Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

Οι ξεριζωμένοι

H  εκταμίευση της 5ης δόσης εγκρίθηκε από το ΔΝΤ. Η επικεφαλής του ανάμεσα στα άλλα τόνισε:
«Απαιτείται μια διαρκής δημοσιονομική προσαρμογή, ώστε να μην παραμείνει το έλλειμμα σε ένα υψηλό επίπεδο που δε θα είναι βιώσιμο, ενώ οι μεταρρυθμίσεις που βελτιώνουν την παραγωγικότητα πρέπει να επιταχυνθούν, για να αντιμετωπιστεί η αποτυχία ανάκαμψης της οικονομίας».
 Έψαξα  στο μπαούλο με τα βιβλία του Δημοτικού στο παλιό Ανθολόγιο για τα παιδιά της Ε και ΣΤ Δημοτικού  και βρήκα  ένα απόσπασμα από μυθιστόρημα που τα λέει όλα..
Κατά την  ταπεινή μου γνώμη αυτό που περιγράφεται στο απόσπασμα  του μυθιστόρηματος, του Βασίλη Δασκαλάκη "Οι ξεριζωμένοι" ,  είναι οι πραγματικές προθέσεις των καπιταλιστών.Τέλος, αυτή πρέπει να είναι η μοίρα των παιδιών της εργατικής τάξης. Αν παρόλα αυτά κάποια επιμένουν να θέλουν να σπουδάσουν, φροντίζει  ο νέος νόμος για τα ΑΕΙ για να βρουν τα κατάλληλα πανεπιστήμια.

ΒΑΣΙΛΗ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗ
Οι ξεριζωμένοι

Ένα μικρό παιδί έρχεται απ' το χωριό του και γίνεται εργάτης στα μεταλλεία ίου Λαυρίου. Εκεί, μένει κοντά σε μια φτωχιά θεία του. Η δουλειά στα μεταλλεία είναι σκληρή και η αμοιβή ελάχιστη. Το παιδί θυμάται συνεχώς ΤΟ χωριό του και όλο θέλει να γράψει στη μάνα του για να της πει πόσο υποφέρει και ότι θέλει να γυρίσει πίσω. Στο μεταξύ, αρρωσταίνει από ελονο­σία, και η ζωή του γίνεται ακόμα πιο δύσκολη
.
ΗΜΟΥΝ στο εργοστάσιο όταν μου πρωτοπαρουσιά­στηκε η αρρώστια. Στην αρχή ένιωσα ενα κάτι σαν μούδιασμα στο κάτω μου χείλι, οι αρμοί* μου μου  εφάνη πως είχαν ξεκλειδωθεί ξαφνικά, κι ήθελα να χασμουριέμαι και ν' ανακλαδίζουμαι* ολοένα. Έπείτα άρχισε να με πιάνει η κρυάδα,* άρχισαν να χτυπούν από το κρύο τα δόντια μου μ' όλη τη λάβρα* του εργοστάσιου και του καλοκαιριού, πήγα και στάθηκα κολλητά σ' ένα καμίνι του σιδερουργείου και πάλι χτυπούσαν τα δόντια μου. Στο σπίτι που με πήγε ο Τζάνος, ο άλλος παραγιός του χυτηρίου,* η κακο­μοίρα η θεία μου μου 'ριξε απάνω μου όλη τη στοίβα τα ρούχα, ζέστανε αμέσως νερό και μου 'βαλε καφτές μποτίλιες στα πόδια και καφτές φανέλες στη ράχη, και μένα πάλι χτυπούσαν τα δό­ντια μου Ώσπου άρχισα να ψήνομαι στο καμίνι του πυρετού και βούλιαξα σε. βύθος.
Από τότε, όλο το καλοκαίρι το πέρασα μέσα στη ζαλάδα που τον βαστάει κανένανε άμα παίρνει πολύ κινίνο. Τ' αυτιά μου βουίζανε σαν να δουλεύανε τροχαλίες μέσα, και το ψωμί που έτρωγα, το νερό που έπινα, ήτανε πικρά φαρμάκι. Κάθε τόσο ένιωθα πάλι εκείνο το μούδιασμα στο κάτω χείλι, την κομμάρα* στους αρμούς και τις κρυάδες. Πολλές φορές τα περ­νούσα στο πόδι, άλλες έπεφτα κανένα απομεσήμερο στα στρω­μένα και την άλλη μέρα σηκωνόμουν πάλι και πήγαινα στη δουλειά. Μόνο την πρώτη φορά, τότε που είχα κοντέψει να πλαντάξω* από τον πυρετό, έμεινα στο κρεβάτι κάποια βδομάδα.
Όταν σηκώθηκα, είχα γράψει ένα γράμμα στη μάνα μου. Κοί­ταζα τις ώρες που η θεία μου είχε δουλειά στην κουζίνα, έβγανα κρυφά το χαρτί και το μολύβι κι έγραφα κάθε φορά όσες αράδες πρόφταινα. Ναι. Είχα ρίξει κάτω την ντροπή και τα 'λεγα κα­θαρά όλα, πως αρρώστησα και πως με μεταλάβανε, και πως δεν ήθελα να μείνω άλλο σε τούτονε τον τόπο. Ήθελα καλύτερα να γίνω τσοπάνης και να 'μαι μαζί της στο σπίτι μας.
Ήτανε κι άλλες φορές, νύχτες που κρυφόκλαιγα στο μαξιλάρι μου πνίγοντας τ' αναφιλητό, και θυμιζόμουν το χωριό μου και το σπίτι μας, κι έπαιρνα την απόφαση να γράψω της μάνας μου- θα της έγραφα το πρωί κιόλας, θα της τα 'λεγα όλα καθαρά, πως μάνα το και το, και θέλω να γυρίσω. Τα δροσάπιδά* μας και τ' αυγουστάπιδά* μας, που τα κατεβάζαμε ντορβάδες* ολόκληρους από την Αγια-Τριάδα και τα ρίχναμε στο χοίρο μας όπως δεν είχαμε τι να τα κάνουμε, εδώ τα πουλάγανε στα μανάβικα κι έπρεπε να κρατάς την πεντάρα στο χέρι. Κι ούτε ήτανε σαν τα δικά μας, ήτανε μισοσαπισμένα, κιτρινιάρικα παλιάπιδα, που κείτονταν όλο σκόνη στο μόλο και στα μανάβικα και τα βρωμίζανε σύγνεφα μύγες. Και τα σταφύλια, που δε μας ένοιαζε να φιλέψουμε* ολόκληρο μαντίλι στους στρατολάτες* που περνού­σαν, το ίδιο κι αυτά, τα πουλάγανε με την παλάντζα* κι έπρεπε να κρατάς την πεντάρα.
Δεν ήθελα να μείνω άλλο εδώ, ήθελα να φύγω. Ας ήτανε τρόπος να σηκωνόμουν την ίδια εκείνη τη στιγμή, να βάλω μπροστά μέσα στα μεσάνυχτα το δρόμο και να γυρίσω.με τα πόδια στον τόπο μας. Δε μ' έμελε όσος δρόμος και να 'τανε, και δεν ήθελα να γίνω τεχνίτης. Από μικρός μπορούσα πολλές φο­ρές και κονομούσα το φαί του σπιτιού μας, τώρα που είχα μεγα­λώσει και που δε θα 'χα και σκολειό, ήμουν σίγουρος πως θα κατάφερνα να μη μας λείπει τίποτα. Μπορούσα να κάνω κανένα αγώι* με το γάιδαρο μας, αν τύχαινε, μπορούσα και να ξενο­δουλεύω ακόμα, άμα θα τελειώναμε τα δικά μας θελήματα. Θα 'βλεπε η μάνα μου αν δεν της έλεγα αλήθεια.
Πολλές νύχτες τις περνούσα έτσι, ξάγρυπνος στο μουσκε­μένο μαξιλάρι μου. Γιατί η νύχτα με το σκοτάδι της και με τη σιγαλιά της αφιονίζει,* λύνει τα χαλινά του νου και τον αφήνει να γυρίζει όπου θέλει. Και τίποτα δεν τρέχει με τόση γρηγοράδα μ' όση ο νους. Κι αν η καρδιά νομίσει πως βλέπει μια χαραμάδα ελπίδα κάπου πού, ο νους είν' άξιος να πετάξει όπου κι αν πού τη νύχτα ψαχουλεύει τους τόπους κι ανοίγει δρόμους, και φέρνει όπως θέλει τα πράματα. Στο τέλος μ' έπαιρνε κάποτε ένας γλυ­κός, παρηγορημένος ύπνος.
Μα το πρωί, σαν ξυπνούσα αλαφιασμένος* από το ξυπνητήρι κι από τη σφυρίχτρα του εργοστάσιου, και σαν ξημέρωνε τη μέρα του ο Θεός, ή τα 'χα ξεχασμένα όλα ή ντρεπόμουν και μοναχός μου που είχα συλλογιστεί τέτοια αμπόρετα* πράματα. Έπειτα, η μητέρα μου δεν ήξερε γράμματα και δεν ήθελα να της διαβάσει άλλος τα μυστικά μου.
Μα τώρα, στο γράμμα που είχα γράψει στο κρεβάτι άρρω­στος, είχα ρίξει κάτω την ντροπή. Δεν της έγραψα ούτε πως κακοπερνούσα ούτε πως ήτανε βαριά η δουλειά και ξένοι οι άνθρωποι που μ' είχαν, της έλεγα μόνο πως είχα αρρωστήσει και πως μ' είχαν μεταλάβει, και λοιπόν ήθελα να γυρίσω. Ας έστελνε τα έξοδα μου στη θεία μου και να της έγραφε πως με θέλει το δίχως άλλο, να μην της έλεγε τίποτα πως της το 'χα γράψει εγώ, μόνο πως μ' ήθελε κοντά της γιατί αρρώστησα.
Είχα οικονομήσει και τα είκοσι λεφτά που χρειάζονταν για το χαρτόσημο. Τη μια πεντάρα μου την είχε δοσμένη η θεία μου να πάρω σταφύλια, το ίδιο άλλη μια κι ο μπάρμπας μου, και τη δεκάρα την είχα φυλαγμένη από τη μέρα που μας είχανε κάμει πληρωμή και μου την είχε ξεχωρίσει η θεία μου για το κολατσιό μου. Γιατί τότε είχα αρχίσει κι έπαιρνα πενήντα λεφτά μεροκάματο, κι η θεία μου μου 'δινε καμιά πεντάρα σε κάθε πληρωμή, κι άμα είχαμε κάμει πολλά νυχτέρια μέσα στη δεκα-πενταμερία μου 'δινε δεκάρα ολότελα. Και λοιπόν, στις εφτά μέρες απάνω που σηκώθηκα, είπα να βγω μια βόλτα περίπατο, τάχα να με πάρει ο αέρας* κι είχα σε νου να πάω στο ταχυδρο­μείο να ρίξω το γράμμα. Το 'χα κρυμμένο στον κόρφο μου.
Το ταχυδρομείο δεν ήτανε και πολύ μακριά, ήτανε κοντά στο μόλο, προς το μέρος των φούρνων του μολυβιού. Ήμουν πολύ αδύνατος, κίτρινος, τα μάτια μου μου φαινόταν πως είχανε μεγα­λώσει κι ο κόσμος σαν να ήταν αλλιώτικος. Σαν να είχα καιρούς και καιρούς να τον δω. Μα στο ταχυδρομείο δεν τα κατάφερα να φτάσω. Στα μισά του δρόμου, κάτω στις ράγιες κάπου της δια­σταύρωσης, ένιωσα μια στιγμή τα γόνατα μου να λυγίζουν, τά μάτια μου αρχίσανε να βλέπουν τριανταφυλλιά χρώματα και το κούτελο μου το δρόσισε ένας κρύος κρύος, ψιλός ίδρωτας. Ακούμπησα λίγο στο ταμπόνι* ενός βαγονιού που στεκότανε φορτωμένο μεταλλείο, έπειτα έκατσα κατάχαμα σε μια τραβέρ­σα.* Η δύναμη μου λιγόστευε ολοένα, έφευγε, κι είπα πως θα λιγοθυμίσω κειδαχάμω και θα με βρούνε να με πάνε σηκωτό στο σπίτι. Το μόνο πράμα που μου 'ρθε στο μυαλό και που φοβήθηκα ήτανε το γράμμα: η θεία μου θα το 'βρισκε καθώς θα πήγαινε να με γδύσει, και βέβαια θα τ' άνοιγε και θα το διάβαζε. Έβαλα όλο μου το κουράγιο, το 'βγαλα από τον κόρφο μου και το 'καμα κομματάκια κομματάκια, που να μην μπορεί να διαβαστεί τίποτα. Δεν ήτανε γραφτό να σταλθεί εκείνο το γράμμα, κι ούτε το ξανά­γραψα αργότερα. Ύστερα που μου 'χε περάσει το λιγοψύχισμα και ξεκίνησα βαρυκαρδισμένος να γυρίσω στο σπίτι, άφηνα λίγα λίγα στο δρόμο τα κομματάκια το χαρτί, τα 'παιρνε τ' αγέρι και τα σκόρπιζε.
( Από το μυθιστόρημα Οι Ξεριζωμένοι)

Δεν υπάρχουν σχόλια: