Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2011

Τι είναι αυτό που στοιχειώνει τις μέρες τους;

Τι λέει ...το στόμα τους; Ο ένας χαρακτηρίζει την Ελλάδα ως «την τελευταία κομμουνιστική χώρα» και ο άλλος διαμαρτύρεται γιατί κάποιος Ευρωπαίος πολιτικός είπε πως η χώρα μας θυμίζει χώρα του υπαρκτού μετά τις ανατροπές.
Ο πρώτος, ο Πρετεντέρης, ξεπερνά κάθε όριο αθλιότητας. Μ' ένα «χιούμορ» - που παραπέμπει σε «αμερικανιά» - επιχειρεί να βγάλει από το πετσί της τάξης του το αίμα 90 ανθρώπων που μακέλεψε ο Σουηδός φασίστας, γέννημα-θρέμμα της τάξης και της ιδεολογίας του Πρετεντέρη.
Δεν το κάνει από βλακεία, ούτε για να προβοκάρει. Κλίμα στρώνει. Η τάξη που εκπροσωπεί έχει ανάγκη ένα ακόμα πιο αυταρχικό κράτος. Και για να το φέρει σαν ώριμο φρούτο, εντέλλονται οι κάθε λογής πρετεντέρηδες να καταφύγουν σε λαθροχειρίες για να δείξουν πως η χώρα είναι ξέφραγο αμπέλι και άρα πρέπει να μαντρωθεί.
Ο δεύτερος, ο αρθρογράφος στην «Ημερησία», αφού διαμαρτύρεται, δήθεν, γιατί ένας Γερμανός πολιτικός παρομοίωσε την Ελλάδα με χώρα του υπαρκτού σοσιαλισμού, επιχειρεί να πείσει τους αναγνώστες του ότι η Ελλάδα είναι ένας δημοκρατικός παράδεισος, σ' αντίθεση με την κόλαση του σοσιαλισμού. Το κακό γι' αυτόν είναι η ίδια η εμπειρία των λαών: Κάθε δημοκρατική κατάκτηση, κάθε κοινωνική κατάκτηση, κάθε εργατική κατάκτηση έχει τη σφραγίδα των κατακτήσεων των εργατών που οικοδόμησαν το σοσιαλισμό που γνωρίσαμε. Και κάθε ανατροπή αυτών των κατακτήσεων είναι άμεσο συνεπαγόμενο της ανατροπής του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε.

Ομως, και οι δύο παρεμβάσεις ομολογούν ένα: Οτι ο σοσιαλισμός που γνωρίσαμε - όπως και η ανατρεπτική δυναμική που περικλείει το κομμουνιστικό κίνημα και μετά τις ανατροπές - στοιχειώνουν το καθεμέρα των αστών.
Ο κόσμος που χτίζουν οι καπιταλιστές και υπερασπίζουν οι κολαούζοι τους στον αστικό Τύπο, είναι ένας κόσμος όπου ο εργάτης πρέπει ξανά απ' την αρχή να βγει στην αγορά και να κατακτήσει με αίμα ένα προς ένα όλα όσα εκατομμύρια εργάτες μερικές δεκαετίες πριν τα θεωρούσαν δεδομένα, ακριβώς γιατί η μεγάλη Οχτωβριανή Επανάσταση εκτίναξε ψηλά τον πήχη της σύγκρισης του τι σημαίνει εργάτης - αφέντης στο σοσιαλισμό και τι εργάτης - σκλάβος στον καπιταλισμό.
Η επιμονή των αστών δημοσιογράφων ή δημοσιολόγων να φορτώσουν κάθε κακό - που το δικό τους σύστημα γεννά - στο σοσιαλισμό που γνωρίσαμε, συνιστά ταυτόχρονα πρόκληση για κάθε εργάτη να μελετήσει μία προς μία τις κατακτήσεις των εργατών που έκαναν την έφοδο στον ουρανό, να διδαχτεί απ' αυτή την πορεία, να κατανοήσει πως για την επόμενη έφοδο πρέπει να 'ναι απόλυτα αδιάλλακτος απέναντι στα αφεντικά του, είτε άμεσα, είτε έμμεσα.
Τι είναι αυτό το κακό που έπαθαν οι υπουργοί; Δε θα πάνε διακοπές! Και χωρίς να τους δοθεί καν επίδομα παραγωγικότητας πρέπει ως το Σεπτέμβρη να κλείσουν οργανισμούς του δημοσίου, να πουλήσουν ό,τι μπορούν να πουλήσουν από τη δημόσια περιουσία, να πετσοκόψουν μισθούς στο δημόσιο, να κυνηγήσουν κάθε φτωχοδιάβολο σαν φοροφυγά για να μείνουν στο απυρόβλητο οι εκλεκτοί της κυβέρνησης, βιομήχανοι και εφοπλιστές, για τους οποίους προβλέπονται νέα φοροπρονόμια.
Το μέλλον είναι εδώ. Το ρεπορτάζ - απ' το Αμέρικα - μιλά για φυλετικές διαφορές. Είναι καθαρά ταξικές. Οι ισπανόφωνοι και οι αφροαμερικανοί τραβάνε το κουπί της πιο σκληρής εκμετάλλευσης και η διαφορά στο εισόδημά τους σε σχέση με τους λευκούς είναι ενδεικτική του μεγέθους της εκμετάλλευσης που υφίστανται, όπως και καθένας που αναγκάζεται να αφήσει τον τόπο του κυνηγώντας την αυταπάτη ότι τα αφεντικά είναι καλύτερα κάπου αλλού.
Ασχετο: Στις φυλακές χιλιάδες φτωχοδιάβολοι περνάνε της ψυχής τους τον τάραχο. Ακρα του τάφου σιωπή συνοδεύει τη ζωή τους. Η οποία κάποιες φορές φωτίζεται εξ αντανακλάσεως όταν το πρόβλημα ενός εκλεκτού κρατούμενου βγαίνει στη δημοσιότητα. Δεν ξέρουμε τι έχουν να μοιράσουν η κυβέρνηση που επέλεξε τον Κουφοντίνα για συνομιλητή και η «Ελευθεροτυπία» που διαμαρτύρεται. Ξέρουμε ότι αμφότεροι έχουν γραμμένους στα παλιά τους τα παπούτσια τους κολασμένους... Και υποψιαζόμαστε πως δεν είναι για καλό η ταυτόχρονη ενασχόληση του Πεταλωτή με τον Κουφοντίνα, του Πρετεντέρη με τον Ξηρό και της «Ελευθεροτυπίας» - για ποιον άραγε;

Θανάσης ΛΕΚΑΤΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: