Τρίτη 17 Αυγούστου 2010

Iστορία Δεκαπενταύγουστου.

Από το ΠΟΝΤΙΚΙ
Από τον Ρεπόρτερ του Δρόμου του «Π» Αλέξη Καζαντζίδη. Το κείμενο δεν έχει υποστεί καμία επεξεργασία.
Φαίνεται ότι αυτός ο κόσμος έχει ξεφτίζει πιά, σαν τις παλιές χαλκομανίες. Έπιασαν και οι ζέστες στην τρέχουσα κόλαση και μετά τη βουτιά στην προσωρινή ανεμελιά του Δεκαπενταυγούστου, δέχεσαι το πρώτο χαστούκι.
Μετανάστρια- παραδουλεύτρα (μια λέξη ξεχασμένη) σε καλό σπίτι σπεύδει σε ένα από εκείνα τα γραφεία ταξιδίων στην Ομόνοια που ειδικεύονται στα πέρα- δώθε με τις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού. Επιθυμία της ήταν να στείλει ένα δέμα με ό,τι μπορούσε στα παιδιά της. Γύρω της το κλίμα είναι φτωχό, στεγνά τα έπιπλα του γραφείου, βυζαντινά τα μάτια της και πονηρά των κοντραμπατζήδων. Το δέμα παραλαμβάνεται, σταμπάρεται και ξεκινά να φύγει.
Καθώς βγαίνει απ’ το γραφείο, στη γωνία -σαν παραστάτες- δεξιά κι αριστερά καραδοκούν δυο αστυνομικοί.

«Χαρτιά!».
Ψάχνεται η μετανάστρια. Τελικά, τα έχει. Καλώς. Κακή συγκυρία, την ίδια στιγμή σκάει μύτη μια ακόμα γυναίκα.
«Χαρτιά»
Δεν ψάχνεται καν, διότι δεν έχει. Κακώς!Το αυτί της πιάνει κάτι για απέλαση!Ξεσπάει  σε κλάματα.
«Της Παναγίας είναι κυρ Άστυνόμε! Χρονιάρα μέρα». Για δυο πραγματάκια στα πιτσιρικία της και εκείνη βρέθηκε στο ίδιο λαγούμι.
«Δεν έχεις χαρτιά, όμως». Τα όργανα ακλόνητα. «Βέβαια, έχεις κάτι λεφτουδάκια».
«Πόσα;»
«Τόσα»
«Λίγα είναι».
«Απέλαση!». Η τρομερή λέξη.
Βγάζει χέρια και πόδια από παντού. Ψάχνεται η έρμη. Οι αστυνομικοί εκεί, μάτια που δεν τους  ξεφεύγεις, δόντια που φρουρούν τον κόσμο όλο.
Η κυρία σώζεται στο παρα τρίχα: Εμφανίζει ένα ματσάκι χαρτονομίσματα, διπλωμένα στα τέσσερα, 400 ευρώ. Τα δεδουλεύμενα της  για του αφέντη το φαϊ.
«Φύγε και μην τυχόν σε ξαναπιάσουμε. Θα σε στείλουμε από εκεί που ήρθες!»
Τα όργανα μοιράζονται τον θησαυρό της φτωχής, φόρα παρτίδα, δίπλα στην πόρτα, ξεδιάντροπα, στη μέση του δρόμου.

Τελικά , αν δεν ξεμπροστιάσουμε τη βαρβαρότητα κάθε μέρα, τότε η καταχώρηση της δουλείας  για τους άλλους σήμερα, θα θεωρηθεί η αυριανή μας «πρόοδος» που δύσκολα (;) θ’ αναχαιτίζεται.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

ξεφτίλες... και να ταν μόνο η εκμετάλλευση... εδώ άλλοι πεθαίνουν μπροστά τους και κάνουν τα στραβά μάτια γιατί κάποιοι κονομάνε...

στη δική μου πόλη (ζω εκτός αθήνας) έχουν βάλει κάτι κλούβες αστυνομικών να φυλάνε ένα τηλεοπτικό σταθμό και κάτι άλλους να κόβουν βόλτες με μηχανάκια μάλλον για να φυλάνε την άσφαλτο...

εκτός από το να πίνουν κρυφά μέσα στην κλούβα και να πειράζουν τις γκόμενες αργά το βράδυ που δεν τους ελέγχει κανείς δεν έχω δει ποτέ αστυνομικούς να κάνουν κάτι άλλο...

στην πολυκατοικία απέναντι από την κλούβα έχουν μπει κλέφτες 2-3 φορές ανενόχλητοι, μια που και οι 10-15 αστυνομικοί έτυχε να είναι ταυτόχρονα αφηρημένοι...

στην υπόλοιπη γειτονιά (δηλαδή στον ίδιο δρόμο λίγο παρακάτω) εδώ και χρόνια βλέπουμε βαποράκια μέρα μεσημέρι να πουλάνε/παίρνουν τη δόση τους μπροστά σε όλους, ακόμη και να παθαίνουν σύνδρομο στέρησης (τυχαίνει να είναι και ένα κέντρο απεξάρτησης εκεί κοντά και έχει γίνει στέκι)...

σε ένα παρκάκι με 3 θάμνους και 2 παγκάκια της κακιάς ώρας βλέπω πρεζόνια και ανταλλαγές από τότε που ήμουν 8 και τώρα κοντεύω τα 30... αυτοί είναι παρκαρισμένοι στη γωνία πώς δεν το πρόσεξαν τόσα χρόνια σε μια πόλη κουτσουλιά δεν ξέρω...

θυμάμαι ωστόσο που για κάποιο διάστημα πολύ παλιά είχε πιάσει τους ανώτερους ο πόνος που οι αστυνομικοί ξεροστάλιαζαν κάνοντας καμάκι και τους ανάγκασαν να εργάζονται σκληρά...

σταματούσαν έναν έναν τους κάτοικους της γειτονιάς και τους ζητούσαν ταυτότητα, αλλιώς τους έλεγαν θα τους στείλουν για αναγνώριση στοιχείων... αν κάποιος διαμαρτυρόταν πχ: "μα με σταματήσατε και χτες και προχτές δε με θυμάστε πια;" του λέγανε ευγενικά ευγενικά "χίλια συγγνώμη σας θυμάμαι... αλλά μου είπαν οι ανώτεροι να σταματάω 28 άτομα τη μέρα... τι να κάνω κι εγώ..."