Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

Θατσερισμός: Γνήσιο τέκνο του βάρβαρου Καπιταλισμού

Του Νικόλαου Μόττα.

Με το θάνατο της Μάργκαρετ Θάτσερ ξεκίνησε η δημόσια συζήτηση για την πολιτική κληρονομιά της «Σιδηράς Κυρίας» - του λεγόμενου νεοφιλελευθερισμού, ή αλλιώς  «Θατσερισμού». Η Θάτσερ, πρωθυπουργός της Βρετανίας απ' το 1979 ως το 1990, έμεινε στην ιστορία για την προσήλωση της στην πολιτική γραμμή των εκτεταμένων ιδιωτικοποιήσεων, την άγρια καταστολή των απεργιών και του εργατικού κινήματος και τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στα νησιά Φώκλαντ (Μαλβίνας) το 1982. Για να αντιληφθούμε το φαίνομενο Μάργκαρετ Θάτσερ, πρέπει πρώτα να δούμε το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε. Η άνοδος της «Σιδηράς Κυρίας» στην εξουσία ήλθε ως απότοκος των ενδοκαπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων που έλαβαν χώρα τη δεκαετία του 1970 στη Βρετανία και ευρύτερα στην Ευρώπη. Αυτές οι αναδιαρθρώσεις υπήρξαν το προοίμιο του νεοφιλελευθερισμού που θα ακολουθούσε τις επόμενες δεκαετίες, της άγριας, ολομέτωπης επίθεσης του καπιταλιστικού συστήματος ενάντια στην εργατική τάξη.
Κατά την περίοδο μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ως αποτέλεσμα των ενδοιμπεριαλιστικών ανακατατάξεων αλλά και του γεγονότος ότι βρισκόταν στο στρατόπεδο των νικητών, η Βρετανία γνώρισε μια περίοδο σχετικής καπιταλιστικής ανάπτυξης. Παρ' ότι η χώρα βγήκε λαβωμένη απ' τον πόλεμο, οι δεκαετίες του 1950 και 1960 έδωσαν την ευκαιρία στο βρετανικό κεφάλαιο να ανασυνταχθεί και να διατηρήσει σταθερά επίπεδα ανάπτυξης. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 παρατηρήθηκαν τα πρώτα σοβαρά συμπτώματα μείωσης της ισχύος του βρετανικού καπιταλισμού σε διεθνές επίπεδο – η Βρετανία έμοιαζε να είναι ο αδύναμος κρίκος του καπιταλιστικού συστήματος, με μειωμένα ποσοστά ανάπτυξης και υψηλό πληθωρισμό. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '70 η χώρα είχε βρεθεί στην πιο σημαντική οικονομική κρίση της μεταπολεμικής περιόδου. Με την άνοδο της ανεργίας διογκώθηκε η αντίδραση σημαντικού μέρους της βρετανικής εργατικής τάξης η οποία έβλεπε τις κυβερνήσεις να επιχειρούν τη μετατόπιση του βάρους της κρίσης σε αυτήν. Το 1972 σημειώθηκαν μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις από ναυτεργάτες και μεταλλωρύχους, με τους δεύτερους να πρωταγωνιστούν σε μαζικές απεργίες και δύο χρόνια αργότερα, το 1974. Καθώς η θέση της βρετανικής αστικής τάξης στο διεθνές καπιταλιστικό στερέωμα κλειδωνίζονταν, η καταστολή ενάντια στις εργατικές κινητοποιήσεις γινόταν ολοένα και αγριότερη. Την ίδια περίοδο, σε διεθνές επίπεδο και με επίκεντρο τις ΗΠΑ, λάμβαναν χώρα σημαντικές ενδοκαπιταλιστικές αλλαγές αναφορικά με το μείγμα αντιμετώπισης της κρίσης υπερσυσσώρευσης: το κεϋνσιανό μοντέλο καπιταλιστικής διαχείρησης έδινε τη θέση του στη θεωρία του μονεταρισμού, της λεγόμενης “Σχολής του Σικάγο”, που αργότερα θα μετουσιώνονταν στις λεγόμενες νεοφιλελεύθερες πολιτικές.

¨Όσο οι κυβερνήσεις των Εργατικών (Ουίλσον, Κάλαχαν) αδυνατούσαν να δώσουν λύση στο οικονομικό αδιέξοδο, τόσο η βρετανική αστική τάξη προσανατολίζονταν σε μια επιλογή που θα διασφάλιζε, χωρίς παρενέργειες για τα συμφέροντα της, την ανάκαμψη των κερδών της. Το 1976 η κυβέρνηση του Τζέημς Κάλαχαν αποφάσισε να προσφύγει στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για δανειοδότηση – η κίνηση αυτή είχε σημαντικές επιπτώσεις: Οι Εργατικοί όφειλαν να εφαρμόσουν σκληρή δημοσιονομική πολιτική, να περικόψουν μεγάλο μέρος των δημόσιων παροχών και να περάσουν νέα αντεργατικά μέτρα. Η πολιτική αυτή απόφαση τους έφερε σε ευθεία σύγκρουση με τα εργατικά συνδικάτα τα οποία έβλεπαν την – υποτιθέμενα – προοδευτική παράταξη να επιχειρεί την επανάκαμψη της οικονομίας προς όφελος του βρετανικού καπιταλισμού, φορτώνοντας το βάρος στα εργατικά λαϊκά στρώμματα. Το Εργατικό Κόμμα είχε διαρρήξει τους δεσμούς του με σημαντικό μέρος της εργατικής τάξης, προκαλώντας κύματα απεργιακών κινητοποιήσεων (1979). Τότε υπήρξε η χρυσή ευκαιρία των Συντηρητικών να επανέλθουν στην εξουσία δριμύτεροι. Με νέα αρχηγό τη Μάργκαρετ Θάτσερ οι Τόρις “πάτησαν” πάνω στην αντιλαϊκή πολιτική των Εργατικών, κατηγόρησαν τα συνδικάτα για τη χαοτική κατάσταση και ανέλαβαν να βγάλουν το βρετανικό Κεφάλαιο απ' την κρίση διασώζοντας τα κέρδη του με κάθε κόστος. Κερδίζοντας τις εκλογές της 3ης Μάη 1979 η Θάτσερ ξεκίνησε έναν ανηλεή πόλεμο ενάντια στην εργατική τάξη της Βρετανίας με στόχο να επιβάλλει ένα νέο μοντέλο καπιταλιστικής διαχείρισης: εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις, περιορισμό του κράτους στην οικονομία (ώστε τα μονοπώλια να έχουν το ελεύθερο στην άκρατη κερδοσκοπία), ξερίζωμα των δομών του κοινωνικού κράτους, αντεργατικές μεταρρυθμίσεις προς όφελος του μεγάλου Κεφαλαίου και των εργοδοτών.
Μια απ' τις βασικότερες παραμέτρους του Θατσερισμού υπήρξε η μεθοδευμένη προσπάθεια διάλυσης των εργατικών συνδικάτων. Πως άλλωστε θα θριάμβευε η πολιτική της ελεύθερης οικονομίας (της κερδοφορίας, δηλαδή, του Κεφαλαίου) εάν δεν απονευρώνονταν πλήρως οι ισχυροί θύλακες αντίστασης της εργατικής τάξης; Η κυβέρνηση των Συντηρητικών ξεκίνησε από τα πιο αδύναμα συνδικάτα και σταδιακά κήρυξε τον πόλεμο στις πλέον ισχυρές εργατικές ενώσεις, όπως αυτή των μεταλλωρύχων της Βρετανίας. Η πολιτική της κυβέρνησης Θάτσερ οδήγησε σε εξαθλίωση τα λαϊκά στρώμματα της χώρας, αναγκάζοντας μεγάλο μέρος της νεολαίας να εξεγερθεί, όπως συνέβη στο Λίβερπουλ, το Μάντσεστερ αλλά και το Λονδίνο το 1981. Την ίδια περίοδο που η βρετανική πλουτοκρατία έπαιρνε “τα πάνω της”, οι λαϊκές μάζες βιομηχανικών πόλεων όπως το Λίβερπουλ βυθίζονταν στην ανέχεια και την ανασφάλεια. Το αντίδοτο στο κύμα λαϊκής δυσαρέσκειας ήταν ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος με “πατριωτικό προσωπείο”. Η ένοπλη ανάμειξη της βρετανικής κυβέρνησης στα νησιά Φώκλαντ (Μαλβίνας), η στρατιωτική σύρραξη με την Αργεντινή αλλά και η άκαμπτη, αποικιοκρατική στάση του Λονδίνου στο θέμα της Βόρειας Ιρλανδίας είχαν ως στόχο να σηκώσουν απ' το λήθαργο τον μικροαστικό πατριωτισμό των βρετανών. Δεν είναι άλλωστε σπάνιο στην σύγχρονη ιστορία βαθιά αντιδραστικές, αντιλαϊκές κυβερνήσεις να εμπλέκονται σε ιμπεριαλιστικούς πολέμους προκειμένου να αποπροσανατολίσουν τα λαϊκά στρώμματα. Σε αυτήν της την προσπάθεια η “Σιδηρά Κυρία” δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερο σύμμαχο απ' τον αμερικανό πρόεδρο Ρόναλντ Ρίγκαν.
Η κυβέρνηση της Θάτσερ κατέστειλε με πρωτοφανή αγριότητα τις μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις των μεταλλωρύχων την περίοδο 1984-85. Το μήνυμα που ουσιαστικά ήθελε να περάσει η βρετανική κυβέρνηση ήταν πως θα έδειχνε μηδενική ανοχή σε κάθε προσπάθεια εργατικής, λαϊκής αντίστασης στη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα. «Αντιληφθήκαμε», σημείωνε ο Μικ ΜακΓκάχεϊ, αντιπρόεδρος της Ένωσης Μεταλλωρύχων Βρετανίας την περίοδο 1972-1987, «την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης των Συντηρητικών να χρησιμοποιήσει την κρατική μηχανή εναντίον μας. Προκειμένου να διαλύσει το κοινωνικό κράτος έπρεπε να διαλύσει το εργατικό κίνημα και χρειάστηκε να επιτεθεί πρώτα στους μεταλλωρύχους». Ο στόχος δεν ήταν άλλος απ' τη δημιουργία ενός οικονομικού και κοινωνικού περιβάλλοντος που θα ευνοούσε, κατά το μέγιστο δυνατό τρόπο, την κερδοφορία των μονοπωλίων. Σε αυτό το πλαίσιο αυξήθηκαν κατακόρυφα τα κέρδη των τραπεζιτών του λονδρέζικου City, ενώ τα βρετανικά λαϊκά στρώμματα φτωχοποιήθηκαν με σταθερό ρυθμό.
Για τους υπέρμαχους της ελεύθερης αγοράς, της εκμετάλλευσης και του Καπιταλισμού η Θάτσερ υπήρξε μια «πετυχημένη πολιτικός» - μια «εμπνευσμένη μεταρρυθμίστρια» όπως έγραψε πρόσφατα στο βιβλίο συλληπητηρίων της βρετανικής πρεσβείας ο Αντώνης Σαμαράς. Η Θάτσερ υπήρξε πράγματι πετυχημένη. Όχι βέβαια για το λαό, αλλά για το βρετανικό Κεφάλαιο, από αυτήν την άποψη πέτυχε ο λεγόμενος Θατσερισμός. Η «Σιδηρά Κυρία» υπήρξε όντως μια «εμπνευσμένη μεταρρυθμίστρια»: έκανε το καλύτερο δυνατό για να ενισχύσει την κερδοφορία των καπιταλιστών, να διαλύσει εργατικά κεκτημένα, να ρημάξει τη βρετανική εργατική τάξη και να επιβάλει ένα μοντέλο πολιτικής που θέτει ως πρώτη προτεραιότητα την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.
Τα αποτελέσματα για το λαό της Βρετανίας ήταν ασφαλώς οδυνηρά. Οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνθηκαν σημαντικά, η οικονομία της χώρας αφέθηκε στα νύχια των μονοπωλίων και των τραπεζιτών ενώ η ανεργία αυξήθηκε ως αποτέλεσμα της αποβιομηχανοποίησης. Σε όλη τη χώρα, αλλά ιδιαίτερα στις λαϊκές, εργατικές συνοικίες, υπήρξε αύξηση της εγκληματικότητας και εκτεταμένο εμπόριο ναρκωτικών ως αποτέλεσμα της κοινωνικής κατάρρευσης που επέφερε η πολιτική Θάτσερ.
Την ίδια περίοδο (1980-1990) που οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι και οι βρετανικές πολυεθνικές συσσώρευαν κέρδη, η φτώχεια του πληθυσμού αυξάνονταν. Το 1978 – ένα χρόνο πριν την εκλογή της Θάτσερ στην πρωθυπουργία – το ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκονταν κάτω απ' το 60% του μέσου ετήσιου εισοδήματος ήταν περίπου 13%. Το 1980 είχε εκτιναχθεί πάνω από 15%, το 1988 είχε ξεπεράσει το 20% και το 1990 (χρονιά που η Θάτσερ παραιτήθηκε) άγγιζε το 22.2% του πληθυσμού. Ταυτόχρονα με την αύξηση της ανεργίας και της φτώχειας στα ευρύτερα λαϊκά στρώμματα, συνεχίζονταν το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας σε μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους. Κατά τη διάρκεια της θητείας της Μ.Θάτσερ ιδιωτικοποιήθηκαν, μεταξύ άλλων, κολοσσοί όπως: Britoil (1982), Associated British Ports (1983), Enterprise Oil (1984), Jaguar (1984), British Telecom (1984), British Gas (1986), British Airways (1987), Rolls-Royce (1987), Βρετανική Χαλυβουργία (1988), Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (1990). Από τις ιδιωτικοποιήσεις προέκυψαν εκατοντάδες χιλιάδες νέοι άνεργοι και το μεγάλο Κεφάλαιο βρήκε πρόσφορο έδαφος για επενδύσεις και νέο κύκλο κερδοφορίας. Οι ηγέτες του Εργατικού Κόμματος, που είχε ηττηθεί το 1979, “ένειπταν τας χείρας τους” όταν η κυβέρνηση της Θάτσερ επιχειρούσε τη διάλυση των εργατικών σωματείων και το ξεπούλημα των εταιρειών στους καρχαρίες του Κεφαλαίου. Η θρυλική απεργία των μεταλλωρύχων την περίοδο 1984-85 δεν βρήκε καμία υποστήριξη ούτε απ' τους Εργατικούς του Νέιλ Κίνοκ, ούτε απ' την Γενική Συνομοσπονδία Εργατών. Η βρετανική σοσιαλδημοκρατία – αυτή που μια δεκαετία αργότερα θα εκφράζονταν απ' τον Τόνυ Μπλερ – αποδείχθηκε περίτρανα όχι μόνο παράταξη των συμφερόντων του Κεφαλαίου, αλλά έμμεσος υποστηρικτής του Θατσερικού νεοφιλελευθερισμού. Την πεπατημένη της Θάτσερ άλλωστε ακολούθησε η κεντρώα κυβέρνηση του Μπλερ, σε ένα βαθιά αντιλαϊκό πρόγραμμα που για επικοινωνιακούς λόγους ονομάστηκε «Τρίτος Δρόμος».
Συμπερασματικά.
Η Μάργκαρετ Θάτσερ υπήρξε γνήσια πολιτική εκπρόσωπος του βρετανικού καπιταλιστικού συστήματος. Τόσο στην εσωτερική όσο και στην εξωτερική πολιτική, ο Θατσερισμός συνέβαλε στις ενδοιμπεριαλιστικές ανακατατάξεις που έλαβαν χώρα στη παγκόσμια πολιτική σκηνή τη δεκαετία του '80. Αποτέλεσε δε, κατά κάποιον τρόπο, προοίμιο όσων ακολούθησαν τις επόμενες δύο δεκαετίες: το θρίαμβο της αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ (με την Περεστρόϊκα του φίλου της Θάτσερ, Μιχαήλ Γκορμπατσώφ), την ευρωπαϊκή συνθήκη του Μάαστριχτ (1992) και τον βαθιά αντιλαϊκό-αντεργατικό χαρακτήρα της, την αιματηρή ιμπεριαλιστική ανάμειξη του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία και το Ιράκ, η πλήρης απελευθέρωση των χρηματιστικών αγορών από την κυβέρνηση Κλίντον (1998) με την κατάργηση του διαχωρισμού μεταξύ εμπορικών και επενδυτικών τραπεζών. Η Θάτσερ και η πολιτική της “έστρωσαν το δρόμο” για την σύγχρονη φιλομονοπωλιακή πολιτική που, ξεκινώντας από τις ΗΠΑ και τη Βρετανία, επεκτάθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση και αλλού. Τα αποτελέσματα της τα ζούμε σήμερα έντονα με την καπιταλιστική κρίση υπερσυσσώρευσης.
Αν είναι κάτι που, εν τέλει, συμβολίζει ο «Θατσερισμός» αυτό είναι το ταξικό μίσος του Κεφαλαίου για την εργατική τάξη. Και προκειμένου να καθυποτάξει την εργατική τάξη χρησιμοποιεί όλα τα μέσα – συμμαχεί με αιμοσταγείς φασίστες τύπου Πινοσέτ και απάνθρωπα καθεστώτα (άπαρτχαιντ Νότιας Αφρικής), μάχεται με αγριότητα ενάντια σε απελευθερωτικά κινήματα (Βόρειος Ιρλανδία), υφαρπάζει τον πλούτο της κοινωνίας και τον δωρίζει στους καπιταλιστικούς αλιγάτορες, βυθίζει στην ανυποληψία και την απόγνωση μειονότητες και μη προνομιούχους. Αυτή υπήρξε η κληρονομιά του Θατσερισμού. Μια κληρονομιά που ουσιαστικά αντικατοπτρίζει την πεμπτουσία του Καπιταλισμού, της εκμετάλλευσης και της βαρβαρότητας. 

* Ο Νικόλας Μόττας είναι υποψήφιος διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας (PhD), ιδρυτής και διαχειριστής του Ελληνικού Αρχείου Τσε Γκεβάρα (guevaristas.net) και αρθρογράφος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: