Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

Συλλέκτης Ιδεών

ΔΙΗΓΗΜΑ

Χρόνια τώρα, λίγο πριν γυρίσει η νέα χρονιά, γυρνάει στη Βαρβάκειο και τους γύρω δρόμους: Αιόλου, Αθηνάς, Σοφοκλέους, Ευριπίδη...
Ανασαίνει τον αέρα, οσμίζεται τις λογής μυρωδιές, στήνει αυτί στις φωνές γύρω του. Οχι, βέβαια... Δεν ψωνίζει τρόφιμα, είδη ρουχισμού, δεν αναζητά τα πρόσωπα, όχι...
Αυτός έχει πάθος με τα Ημερολόγια. Αυτά τα ετήσια, όπου για κάθε ημέρα υπάρχει και μια σελίδα, μόνο αυτά κοιτάζει. Κάθε χρόνο, τέτοιες ημέρες, μόνο αυτά κοιτάζει. Κάθε χρόνο, τέτοιες ημέρες, με κρύο ή βροχές, αυτός ξεκινάει από τα χαράματα, περπατάει σιγά, δε βιάζεται - αλήθεια, δεν έχει δει την έρευνα με θέμα: βιάζονται ή πρέπει να βιάζονται ή να 'χουν άγχος οι συνταξιούχοι; Κάποια στιγμή πρέπει ν' απαντηθεί αυτό το εξόχως κρίσιμο ερώτημα!
Γυρνάει, λοιπόν, στους δρόμους και με τις ώρες αναζητεί Ημερολόγια. Εχει κι ένα ταγάρι κρεμασμένο στον ώμο - δεν τον κόφτει αν τον περνάνε για χωριάτη - σκασίλα του! Μια μέρα, εκεί κατά τις εννιάμισι, έπεσε πάνω σ' έναν παλιό συμμαθητή. Πήρε στάση αμυντική, ήτανε βέβαιος πως ο άλλος θα πέταγε καμιά βλακεία, κανένα εύκολο συμπέρασμα, σαν αυτά που λένε στις έρευνες της Αγοράς, στις πρωινές εκπομπές. Και δε γελάστηκε.
- Βρε, βρε... χρόνια και ζαμάνια..., είπε ο άλλος. Πώς από δω;
- Εεε, να... μου ήρθε να κάνω μια βόλτα.
- Τι μου λες; Βόλτα μ' αυτό το κρύο;
- Τέτοιες ώρες, καταλαβαίνεις... έχει ησυχία, προσπάθησε, μάταια, ν' απολογηθεί...
- Σαχλαμάρες, είπε ο άλλος. Μην ακούω σαχλαμάρες. Πες ότι ήρθες γιατί εδώ είναι πιο φτηνά. «Και διατί να το κρύψωμεν άλλωστε;», έπαιξε ο άλλος με γνωστή ρήση ενός πολιτικού. Η αλήθεια είναι ότι βρίσκεις φτηνά πράγματα εδώ. Αμα έχεις χρόνο και ψάξεις προσεκτικά...
Είχε όρεξη για πάρλα κι αυτός από χρόνια πολλά είχε κόψει δεσμούς με τους περισσότερους παλιούς φίλους και ειδικά του παλιού επαγγέλματός του, γιατί οι άνθρωποι αυτοί ήταν κολλημένοι στο παρελθόν, καμιά νέα ιδέα δεν είχαν κι αυτό ήταν που τον δαιμόνιζε. Η έλλειψη νέων ιδεών: «Αυτή η μούχλα των ιδεών θα με σκοτώσει», έλεγε στον εαυτό του. Προσπάθησε να ξεφύγει:
- Ξέρεις... έχω ένα ραντεβού.
- Ξέρω, ξέρω... Να σου πω τι θυμάμαι από σένα; ρώτησε ο άλλος, κι αυτός ένιωσε να πνίγεται. Ο άλλος συνέχισε:
- Είχες ιδέες, βρε παιδί μου. Πολλές ιδέες! Τι να σου πω... Ολη η τάξη σε θαύμαζε τότε... Πού στο διάολο πήγαινες και τις ξετρύπωνες;
Δε μίλησε και δεν είχε καμιά όρεξη να μιλήσει. Εψαχνε τρόπο να ξεφύγει...
- Να βρεθούμε κάποια στιγμή να τα πούμε, είπε. Θα σε πάρω τηλέφωνο...
- Κατάλαβα, είπε ο άλλος. Βιάζεσαι. Δεν πειράζει. Λέω να ειδοποιήσω και μερικούς από την παλιά τάξη, να βρεθούμε, βρε αδελφέ... Μετά, τον κοίταξε για λίγο και είπε: Μωρέ, κάτι ιδέες! Και δε σου φαινόταν, μωρέ... Αντε γεια...
Τον χαιρέτισε ανόρεχτα και άρχισε πάλι το περπάτημα. Μέσα του παίδεψε αρκετά την κουβέντα του παλιού συμμαθητή του. Αναρωτήθηκε: «Είχα πράγματι ιδέες;». Συμπλήρωσε τη σκέψη του: «Δε βαριέσαι... Κι αν είχα κάποιες, δανεικές ήταν!».
Μέσα στον κόσμο, μέσα στους δρόμους, χανόταν πάντα, δεν πρόσεχε γύρω του, αγκιστρωμένος πάντα σε παράξενες σκέψεις και συλλογές. Συνέχισε κι έστριψε στην οδό Λυκούργου, όπου από πέρσι είχε επισημάνει ένα υπόγειο. Εκεί βρισκόταν ένα μαγαζί που ο ιδιοκτήτης του ήταν και εκδότης Ημερολογίων. Εβρισκε καλά και φτηνά Ημερολόγια...
Προσπάθησε να θυμηθεί από πότε τού 'χε κολλήσει αυτή η μανία με τα Ημερολόγια, περίπου βέβαια. Χωρίς κόπο θυμήθηκε ότι τουλάχιστον σαράντα χρόνια, σίγουρα. Στην αρχή δεν αγόραζε Ημερολόγια. Μόνο ατζέντες, μικρά τετράγωνα ημερολόγια, της τσέπης. Μετά ανακάλυψε ότι αυτά που ήθελε να γράψει ήταν αρκετά, ίσως και πολλά. Σιγά - σιγά, άρχισε ν' ανακαλύπτει τα μεγάλα Ημερολόγια. Εννοείται, βόλευαν γιατί μπορούσε ν' αναπτύξει μια ιδέα του - «Ακου, φίλε μου, είχε ιδέες! - να σταθεί με κριτικό τρόπο απέναντι σε πρόσωπα και γεγονότα. Μέσα στις σελίδες των Ημερολογίων κατέγραφε με ευσυνειδησία υπαλλήλου μια στάση ζωής - της δικής του ζωής...
Κούτες ολόκληρες στο πατάρι του σπιτιού του με ατζέντες και ημερολόγια. Καταγραμμένες σ' αυτά η μικρή ιστορία της ζωής του, των ανθρώπων, η ιστορία μιας σειράς ιδεών. Και τι περίεργο... Αυτός ο ίδιος σιχαινόταν την Ιστορία. Σιχαινόταν, γενικά, καθετί το μουσειακό, το πολυκαιρισμένο. Του ίδιου του άρεσαν οι ιδέες. Αυτές που σαν αστραπή γεννιούνταν στο μυαλό του μια συγκεκριμένη στιγμή - πάντα με αφορμή κάποια ιδέα που μάθαινε ή διάβαζε! Κι αυτός τις κατέγραφε με απώτερο στόχο να τις επεξεργαστεί στο μέλλον και να γράψει κι ο ίδιος ένα σπουδαίο βιβλίο! Ναι... Ετσι ακριβώς: ο στόχος ήταν να γράψει, κάποτε, ένα σπουδαίο βιβλίο. Μυθιστόρημα; Ισως...
Μάζευε προσεκτικά τις ιδέες, χρόνια και χρόνια! Τις έγραφε με δικά του λόγια στα Ημερολόγια και τις σχολίαζε με σύντομες φράσεις, προεκτείνοντας το νόημά τους! Ομως αυτό ήταν... τίποτε περισσότερο. Ποτέ δεν μπόρεσε να πάρει μια ιδέα και να την αναπτύξει, να της δώσει διαστάσεις, να σχεδιάσει χαρακτήρες, να βρει τα λόγια που έπρεπε για να φτιάξει, να μεταμορφώσει τις ιδέες σε σπουδαίο έργο!
Και πάντα αγόραζε Ημερολόγια και πάντα μάζευε και κατέγραφε ιδέες και πάντα σταματούσε σ' ένα πρώτο σκαρίφημα έργου, που έμενε έτσι, απρόσωπο και λίγο άχρηστο πες!
Μάζευε ιδέες μ' έναν παράξενο φανατισμό και ένιωθε μια παράξενη ηδονή κάθε φορά που έβρισκε κάποιο Ημερολόγιο - είπαμε: όχι πια ατζέντες!
Σύχναζε και σε φιλολογικές συγκεντρώσεις, σε διαλέξεις, σε παρουσιάσεις νέων βιβλίων και αγόραζε και λογοτεχνικά περιοδικά. Η γυναίκα του τον γκρίνιαζε.
- Φτάνει, πια, χριστιανέ μου. Γέμισες το σπίτι χαρτιά... Οπου γυρίσω χαρτιά... Το κακό το δικό σου...
- Σώπα, γυναίκα... Δεν ξέρεις εσύ... Μέσα σ' αυτά κρύβεται το νόημα της ζωής, έλεγε.
- Η ζωή, η ζωή..! Δεν είναι μόνο χαρτιά η ζωή, το νιώθεις. Είναι κι άλλα πράγματα, έλεγε με κάποια πίκρα εκείνη.
- Εχεις δίκιο..., έλεγε αυτός που ήταν πάντα άνθρωπος χαμηλών τόνων. Αλλά... Σκέψου λίγο.
- Τι να σκεφτώ;
- Να... εγώ ούτε στα καφενεία πάω... ούτε αλητεύω... ούτε κοιτάω γυναίκες... Αυτή είναι η πετριά μου: τα χαρτιά, οι ιδέες... Είναι κακό;
- Δεν είπα ότι είναι κακό! Αλλά, τι λέω εγώ;
- Τι λες;
- Πάτα και λίγο στη γη. Αυτό μόνο...
Δε μιλούσε αυτός. Τι να πει; Μπορεί και να 'χε δίκιο η γυναίκα του. Μια γυναίκα που ποτέ δε στάθηκε απέναντί του - πάντα δίπλα του, κοντά του. Κι αυτό της το αναγνωρίζει, όπως και να 'χει.
Αρχισε να κατεβαίνει τα σκαλιά του τεράστιου υπογείου. Σήμερα η μέρα δεν είχε πάει και τόσο καλά, δεν είχε βρει κάποιο Ημερολόγιο της προκοπής. Εδώ όμως έλπιζε. Αν έβρισκε κάτι που να του άρεσε, μπορεί και να 'παιρνε και δύο και τρία. Αλλωστε... Σκέφτηκε: «Εχω τόσα να γράψω!». Είχε μαζέψει, εδώ και μέρες, μπόλικο υλικό. Ολο αυτό έπρεπε να το καταγράψει, να το επεξεργαστεί...
Ο Θανάσης, ο καταστηματάρχης, τον γνώρισε... Πήγε κοντά του, τον χαιρέτισε...
- Γεια σας, τι κάνετε; Βέβαια, βέβαια... Σας θυμάμαι από πέρσι... Να δεις... Για τα Ημερολόγια, ναι. Φέτος έχω ωραία πράγματα...
Τον κοίταξε και με φανερή ικανοποίηση, που καθόλου δε φρόντιζε να κρύψει, συμπλήρωσε:
- Ναι, ναι... θυμήθηκα... Ο κυρ - Αντώνης δεν είστε;
Χώθηκε μέσα στα χιλιάδες Ημερολόγια κι ανάπνευσε με ηδονή τη μυρωδιά της τυπογραφικής μελάνης. Ανείπωτη ηδονή. «Κάποια στιγμή πρέπει να γράψω κάτι γι' αυτό», μονολόγησε. Τα χέρια του, με μια παράξενη ένταση, άρχισαν να πασπατεύουν τα Ημερολόγια. Κόκκινα, πράσινα, μπλε, μαύρα..! Εψαχνε μέσα σ' αυτά να βρει πέρα από το χαρτί, το χρώματα γράμματα... έψαχνε ν' ανακαλύψει την ψυχή τους, κάποιο, κάποια στιγμή να σκουντήσει το νου και την ψυχή του και να του πει: «Εγώ είμαι για σένα, πάρε με, χάιδεψέ με... Εγώ είμαι αυτό που θα καταγράψει την καταπληκτική σου ιδέα... Ελα, τι περιμένεις;».
Στο μυαλό του κάτι άστραψε. «Λες;», είπε μόνος του κι ένιωσε ένα τσίμπημα, εδώ, στο μέρος της καρδιάς! «Λες να 'ναι αυτό; Και έχω, ναι... έχω μια καταπληκτική ιδέα, εδώ και καιρό, που πρέπει να την αποτυπώσω», συμπλήρωσε μόνος του.
Εσκυψε... οσμίστηκε το άρωμα του Ημερολογίου... χρώμα πράσινο, «το χρώμα μου», σκέφτηκε. Απλωσε το χέρι, λίγο με φόβο, λίγο με λαχτάρα - «Θεέ μου... Φτάνω στο τέλειο... σ' ευχαριστώ που μ' αξίωσες... Η τέλεια ιδέα στο τέλειο Ημερολόγιο... Νυν απολύεις τον δούλον σου», ψιθύρισε.
Απλωσε τα δυο του χέρια και έπιασε το Ημερολόγιο. Και... καθώς το 'φερνε στο στήθος του... ναι, αυτή την υπέροχη στιγμή... «Σ' ευχαριστώ, Θεέ μου», είπε πάλι σιγά - ένιωσε κάποιο δυνατό χέρι να τον τραβάει δυνατά από το φως στο χάος κι αυτός... κρατώντας το Ημερολόγιο στην αγκαλιά του... έγειρε μαλακά πάνω στο σωρό με τα Ημερολόγια. Αυτός... ένας κάποιος συλλέκτης ιδεών...
Πηγή: ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Του
Αντώνη ΔΕΛΩΝΗ









Ο Αντώνης Δελώνης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1935. Πρώτη εμφάνιση στη Φιλ. Βραδυνή (1955) με διήγημα και ποίημα. Εγινε γνωστός ως ιστορικός της Παιδικής Λογοτεχνίας και μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας για νέους (Κρατικό Βραβείο, δέκα πρώτα βραβεία). Εχει στο ενεργητικό του τρεις συλλογές διηγημάτων (ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ, ΣΤΑΣΕΙΣ, Η ΑΠΕΙΛΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ) και δυο ποιητικές συλλογές (ΤΡΕΙΣ ΕΠΟΧΕΣ, ΜΠΟΤΙΛΙΕΣ ΣΤΟ ΠΕΛΑΓΟ). Από το 2003, δ/ντής του λογοτεχνικού περιοδικού ΑΡΓΟΝΑΥΤΗΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: