Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

Για την αντικειμενική θέση των εκπαιδευτικών

Απόσπασμα άρθρου από την ΚΟΜΕΠ
Ολόκληρο διαβάστε το εδώ
Εχει σημασία να εξετάσουμε -στο μέτρο του δυνατού- την αντικειμενική θέση του εκπαιδευτικού στον κρατικό μηχανισμό, καθώς και τη φύση της εργασίας του. Κατά τη γνώμη μας, δεν μπορούν να γίνουν ουσιαστικά βήματα στην αντιπαράθεση με τις απαιτήσεις του αστικού κράτους και στο μέτωπο του περιεχομένου του σχολείου (ιδεολογία, διδακτική, παιδαγωγική κ.ά.) αν τουλάχιστον οι κομμουνιστές εκπαιδευτικοί και ο περίγυρός τους δεν κατανοήσουν το ρόλο που αντικειμενικά έχει αναθέσει η αστική τάξη στους εκπαιδευτικούς, να συμβάλλουν δηλαδή στην αναπαραγωγή της αστικής ιδεολογίας μέσω της εκπαιδευτικής διαδικασίας.
Ακόμα παραπέρα, σήμερα είναι αναγκαίο να κατανοούνται τα νέα στοιχεία που προκύπτουν για το ρόλο του εκπαιδευτικού σε συνθήκες νίκης της αντεπανάστασης και υλοποίησης των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων στην εκπαίδευση, οι οποίες δημιουργούν πια ένα νέο τοπίο στο αστικό σχολείο, σχετικά διαφορετικό από το αστικό σχολείο της δεκαετίας του ’80 ή ακόμα και της δεκαετίας του ’90.
Ως Κόμμα και μέσα από τις σελίδες της ΚΟΜΕΠ έχουμε ασχοληθεί με το θέμα της σχέσης ανάμεσα στην καπιταλιστική ανάπτυξη και τη διεύρυνση του κρατικού τομέα με εργαζόμενους με (ή κυρίως με) επιστημονική ειδίκευση.8

Η αντίστροφη πορεία που παρατηρείται σήμερα μέσα από τη συρρίκνωση των κρατικών υπαλλήλων με μόνιμη σχέση δεν αναιρεί την έως τώρα βασική αστική επιλογή κρίσιμες πτυχές της λειτουργίας του εποικοδομήματος, όπως η εκπαίδευση, να εξυπηρετούνται καλύτερα από εργαζομένους με σχετικά μόνιμη σχέση εργασίας. Και αυτό προκειμένου να υπάρχει -όσο το δυνατόν- μια σταθερή συνέχεια στις δομές αυτές, λαμβάνοντας υπόψη ότι η εκπαίδευση ως ιδεολογικός μηχανισμός δεν μπορεί να λειτουργήσει αποδοτικά για το σύστημα αν κυριαρχεί η ελαστική σχέση εργασίας (αναπληρωτές ή ωρομίσθιοι). Υπενθυμίζουμε άλλωστε ότι κατά την εξέλιξη της καπιταλιστικής κρίσης, στο χώρο της εκπαίδευσης δεν παρατηρείται ουσιώδης αλλαγή στο συσχετισμό ανάμεσα στη σχετικά σταθερή (έως τώρα μόνιμη) και την ελαστική σχέση εργασίας, αλλά μια γενική μείωση του αριθμού των εκπαιδευτικών με τάση αύξησης του ωραρίου και της κινητικότητάς τους. Τονίζουμε λοιπόν τα εξής:
1. Το κύριο, το αντικειμενικό στοιχείο στη θέση τους στην κοινωνία είναι ότι είναι ενταγμένοι στον κρατικό μηχανισμό και ότι από αυτήν ακριβώς την ένταξή τους απορρέει γενικά και η στάση τους και όχι μόνο η ιδεολογική τους χειραγώγηση. Πρέπει να κατανοηθεί δηλαδή ότι ο κύριος λόγος της ενσωμάτωσης δεν είναι η «πειθώ» της αστικής τάξης, αλλά το υλικό συμφέρον (όπως παντού δηλαδή), η θέση της κρατικής υπαλληλίας, η μονιμότητα, η σχετικά ομαλή μισθολογική εξέλιξη (που φυσικά τώρα χτυπιέται, αλλά έχουν διαπαιδαγωγήσει γενιές και γενιές εκπαιδευτικών).
Ενταγμένη αντικειμενικά στο σώμα της κρατικής υπαλληλίας, η διανοητική εργασία του εκπαιδευτικού υπάγεται τόσο από την άποψη του περιεχομένου (γνώσεις, δεξιότητες, αξίες) όσο και από την άποψη της μορφής (τύποι και μέσα διδασκαλίας) στο αστικό κράτος ως συλλογικό καπιταλιστή. Οι ανάγκες για ενιαία μετάδοση γνώσεων και δεξιοτήτων που είναι απαραίτητες για την εργατική δύναμη, όπως επίσης η ανάγκη για ενιαία μετάδοση της κυρίαρχης ιδεολογίας στους νέους, εκ των πραγμάτων τυποποιούν το έργο του εκπαιδευτικού, ο οποίος διδάσκει πάνω σε συγκεκριμένα βιβλία, αναλυτικά προγράμματα, μαθησιακούς στόχους, ακόμα και το ρυθμό της διδασκαλίας κτλ.9
Η κατανόηση της αντικειμενικής θέσης του εκπαιδευτικού θα συμβάλει να γίνει καθαρό ότι η σύγκρουση με το αστικό κράτος σε αυτόν το χώρο απαιτεί και σύγκρουση με τα όποια προνόμια έως τώρα απολαμβάνει, με τις «αβάντες» που του δίνει η θέση του, παρόλη τη σχετική επιδείνωσή της σήμερα.
Βεβαίως, οι συνθήκες ζωής και εργασίας του εκπαιδευτικού, η επίθεση στα δικαιώματά του, αποτελούν την υλική βάση ώστε να διαμορφώνονται νέοι, πιο ευνοϊκοί όροι συμμετοχής των εκπαιδευτικών στη Λαϊκή Συμμαχία, χωρίς φυσικά να παραγνωρίζεται η αντιφατικότητα που απορρέει από τη θέση τους στον ιδεολογικό μηχανισμό του αστικού κράτους, αλλά και από τις σχετικά μειωμένες αλλά ακόμα υπαρκτές δυνατότητες για ενίσχυση του εισοδήματός τους μέσω και του ιδιαίτερου φροντιστηρίου και άλλων μηχανισμών ενσωμάτωσης και χειραγώγησης (ευρωπαϊκά προγράμματα, στελεχικές θέσεις κτλ.).
2. Δε θα ήταν όμως ολοκληρωμένη η εικόνα για τη θέση των εκπαιδευτικών αν δε λαμβάναμε υπόψη άλλα δυο επιπλέον στοιχεία που δημιουργούν το σύνθετο και αντιφατικό παζλ:
α) Ο χαρακτήρας της διανοητικής εργασίας, η θέση του στο συνολικό σύστημα διεύθυνσης και αναπαραγωγής της κοινωνίας, δίνει κύρος αποδοχής από ευρύτερα λαϊκά στρώματα (που σε μεγάλο βαθμό απαξιώνουν το ρόλο της χειρωνακτικής εργασίας και αναγνωρίζουν τον κάτοχο επιστημονικής γνώσης, ως «διανοούμενο» που τάχα έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στις εξελίξεις), μια δυνατότητα ιδεολογικής και πολιτικής επιρροής. Δεν έχει παρά να κοιτάξει κανείς πόσοι από αυτούς στελεχώνουν ήδη αιρετές θέσεις στην τοπική διοίκηση, στις λεγόμενες «τοπικές κοινωνίες», για να αντιληφθεί το παραπάνω φαινόμενο.
β) Ταυτόχρονα -και αυτό είναι κρίσιμο- ο εκπαιδευτικός έρχεται καθημερινά σε επαφή με τα παιδιά της λαϊκής οικογένειας, βιώνει τα προβλήματά της που καθρεφτίζονται στη ζωή και όχι μόνο στα μάτια των μαθητών του. Με αυτήν την έννοια, τα προβλήματα που εντοπίζουν και ιμπεριαλιστικοί οργανισμοί στο ζήτημα του σχολικού κλίματος (έλλειψη πειθαρχίας στην τάξη κτλ.)10 εκφράζουν μεν επιδείνωση της εργασίας του εκπαιδευτικού, όμως μπορεί να τον φέρουν και πιο κοντά στις έγνοιες των λαϊκών στρωμάτων, στην πηγή των προβλημάτων τους, στη διέξοδο τελικά που πρέπει να παλέψουν (και που τελικά δεν είναι ούτε ο ατομικός δρόμος… ούτε αυτός της ψυχανάλυσης που συχνά-πυκνά δείχνουν ως διέξοδο τα διάφορα ευρωπαϊκά προγράμματα που υλοποιούνται στα σχολεία…!).
Οι κομμουνιστές εκπαιδευτικοί και άλλοι ριζοσπάστες γύρω τους θα διαμορφώνονται ως τέτοιοι πρώτ’ απ’ όλα κατανοώντας το κύριο: Οτι, ανεξάρτητα από τους συσχετισμούς που διαμορφώνονται ιστορικά στην κοινωνία, η εκπαίδευση αποτελεί τμήμα του ενιαίου μηχανισμού του κράτους της αστικής τάξης και ότι οι εκπαιδευτικοί εντάσσονται σε αυτόν το μηχανισμό ως λειτουργοί του, αναπαράγοντας δηλαδή τους στόχους που ως ταξικός μηχανισμός θέτει. Αρα ο πρωτοπόρος εκπαιδευτικός αντικειμενικά έρχεται σε σύγκρουση με το αντιδραστικό, αστικό περιεχόμενο αυτού του μηχανισμού. Η κατανόηση αυτής της αλήθειας αποτελεί και τη συνθήκη για την ενίσχυση του ίδιου του προσανατολισμού του κινήματος των εκπαιδευτικών, για το στέριωμα της συμμαχίας με γονείς, με τα εργαζόμενα λαϊκά στρώματα. Οποιος μάλιστα έχει εμπειρία από τις εξελίξεις στο συνδικαλιστικό κίνημα των εκπαιδευτικών μπορεί να συνειδητοποιήσει ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ακανθώδες ζήτημα αντιπαράθεσης με τις δυνάμεις του κυβερνητικού συνδικαλισμού (παλιού και εκκολαπτόμενου), του οπορτουνισμού.
Ας αναλογιστούμε τα εξής: Μπροστά στην αναταραχή των καθηγητών και την απεργία που δεν έγινε, τόσο η κυβέρνηση όσο και η ηγεσία της ΟΛΜΕ, ο καθένας από τη δική του σκοπιά, αποδέχτηκαν ως αδιαπραγμάτευτη τη θέση του εκπαιδευτικού ως κρατικού υπάλληλου. Από τη μια η κυβέρνηση κραδαίνει το μαστίγιο του πιο ασφυκτικού ελέγχου, απαιτεί πιο οργανική ένταξη του εκπαιδευτικού στους σχεδιασμούς της. Από την άλλη, οι συνδικαλιστικές ηγεσίες παρουσιάζουν τη γνώση ως αυταξία και όχι ως εργαλείο μιας ταξικής κοινωνίας και «χαϊδεύουν» τα συντεχνιακά αντανακλαστικά του χώρου, στο όνομα της διαφύλαξης των όποιων κεκτημένων που απορρέουν από τη θέση τους στον κρατικό μηχανισμό.11
Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Αποδεχόμενος την «ουδετερότητα», δε βρίσκεσαι στη μέση. Σε εποχή ραγδαίων εξελίξεων το βήμα σημειωτόν είναι βήμα πίσω. Γι’ αυτό επιμένουμε: Στο δρόμο ανάληψης πρωτοβουλίας για τη διαπαιδαγώγηση της νέας γενιάς δε χωράνε καθωσπρεπισμοί ούτε συντεχνιασμοί.

Δεν υπάρχουν σχόλια: