Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012

Ι. Β. ΣΤΑΛΙΝ: Σχετικά με το μαρξισμό στη γλωσσολογία.

Συνεχίζω τα άρθρα σχετικά με τη γλώσσα , εστιάζοντας περισσότερο στη μαρξιστική προσέγγιση της έννοιας. Πρώτη  "στάση" στον Ιωσήφ Στάλιν, δεύτερη Λεβ Βιγκότσκι.


Ανάρτηση από Ριζοσπάστη
ΜΙΑ ΟΜΑΔΑ ΝΕΑΡΩΝ συντρόφων απευθύνθηκαν σε μένα με την πρόταση να εκφράσω τη γνώμη μου στον Τ ύπο πάνω στα ζητήματα της γλωσσολογίας, ιδιαίτερα στο μέρος που αφορά το μαρξισμό στη γλωσσολογία. Εγώ δεν είμαι γλωσσολόγος και φυσικά δεν μπορώ να ικανοποιήσω ολότελα τους συντρόφους. Οσον αφορά το μαρξισμό στη γλωσσολογία, όπως και στις άλλες κοινωνικές επιστήμες, είναι ένα ζήτημα με το οποίο έχω άμεση σχέση. Γι' αυτό συμφώνησα να δώσω απάντηση σε σειρά ερωτήσεις, που έβαλαν οι σύντροφοι αυτοί.


ΕΡΩΤΗΣΗ: Είναι σωστό, ότι η γλώσσα είναι εποικοδόμημα πάνω στη βάση;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Οχι, δεν είναι σωστό.
Βάση είναι το οικονομικό καθεστώς της κοινωνίας σε ένα δοσμένο στάδιο της ανάπτυξής της.
Εποικοδόμημα, είναι οι πολιτικές, νομικές, θρησκευτικές, καλλιτεχνικές, φιλοσοφικές αντιλήψεις της κοινωνίας και οι πολιτικοί, νομικοί και άλλοι θεσμοί που αντιστοιχούν σ' αυτές.
Κάθε βάση έχει το δικό της εποικοδόμημα, που αντιστοιχεί σ' αυτήν. Η βάση του φεουδαρχικού συστήματος έχει το δικό της εποικοδόμημα, τις δικές της πολιτικές, νομικές και άλλες αντιλήψεις και τους αντίστοιχους μ' αυτές θεσμούς, η καπιταλιστική βάση έχει το δικό της εποικοδόμημα, η σοσιαλιστική το δικό της. Οταν μεταβάλλεται και εξαφανίζεται η βάση, σε συνέχεια μεταβάλλεται και εξαφανίζεται το εποικοδόμημά της, όταν γεννιέται νέα βάση, σε συνέχεια γεννιέται το αντίστοιχο μ' αυτήν εποικοδόμημα.
Η γλώσσα, απ' την άποψη αυτή, διαφέρει ριζικά από το εποικοδόμημα. Ας πάρουμε, π.χ., τη ρωσική κοινωνία, και τη ρωσική γλώσσα. Στο διάστημα των τελευταίων 30 χρόνων, στη Ρωσία εξαφανίστηκε η παλιά, καπιταλιστική βάση και ανοικοδομήθηκε η νέα, σοσιαλιστική βάση. Αντίστοιχα εξαφανίστηκε το εποικοδόμημα της καπιταλιστικής βάσης και δημιουργήθηκε νέο εποικοδόμημα, που αντιστοιχεί στη σοσιαλιστική βάση. Συνεπώς, αντικαταστάθηκαν οι παλιοί, πολιτικοί, νομικοί και άλλοι θεσμοί με νέους, σοσιαλιστικούς. Ομως, παρ' όλα αυτά, η ρωσική γλώσσα, έμεινε βασικά τέτοια που ήτανε πριν απ' την Οχτωβριανή ανατροπή.
Τι άλλαξε στην περίοδο αυτή στη ρωσική γλώσσα;
Αλλαξε ως ένα βαθμό ο λεκτικός πλούτος της ρωσικής γλώσσας, άλλαξε, με την έννοια ότι συμπληρώθηκε με ένα σημαντικό αριθμό νέων λέξεων και εκφράσεων, που γεννήθηκαν σε σύνδεση μαζί με την εμφάνιση της νέας σοσιαλιστικής παραγωγής, με την εμφάνιση του νέου κράτους, του νέου σοσιαλιστικού πολιτισμού, της νέας κοινωνίας, της νέας ηθικής, και, τέλος, σε σύνδεση με την ανάπτυξη της τεχνικής και της επιστήμης. Αλλαξε η έννοια μιας σειράς λέξεων και εκφράσεων, που απόχτησαν μια καινούρια σημασία, χάθηκαν απ' το λεξιλόγιο ένας ορισμένος αριθμός από λέξεις που πάλιωσαν. Οσον αφορά όμως το βασικό κεφάλαιο των λέξεων και το σύστημα γραμματικής της ρωσικής γλώσσας, που αποτελούν τη βάση της γλώσσας, όχι μόνο δεν εξαφανίστηκαν και δεν αντικαταστάθηκαν, μετά την εξαφάνιση της καπιταλιστικής βάσης, από ένα νέο βασικό κεφάλαιο λέξεων και ένα νέο σύστημα γραμματικής της γλώσσας, μα, αντίθετα, διατηρήθηκαν στο ακέραιο και έμειναν χωρίς καμιά σοβαρή αλλαγή, διατηρήθηκαν ακριβώς σαν βάση της σύγχρονης ρωσικής γλώσσας.


Παρακάτω: Το εποικοδόμημα ξεπηδάει από τη βάση, αυτό όμως δε σημαίνει καθόλου ότι αντανακλά μόνο τη βάση, ότι είναι παθητικό, ουδέτερο, ότι είναι αδιάφορο για την τύχη της βάσης του, για την τύχη των τάξεων, για το χαρακτήρα του συστήματος. Αντίθετα, μετά την εμφάνισή του, το εποικοδόμημα γίνεται τεράστια ενεργητική δύναμη, βοηθάει δραστήρια τη βάση του να διαμορφωθεί και να στερεωθεί, παίρνει όλα τα μέτρα για να βοηθήσει το νέο καθεστώς να αποτελειώσει και να εξαλείψει την παλιά βάση και τις παλιές τάξεις.
Και δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Ακριβώς γι' αυτό δημιουργείται το εποικοδόμημα απ' τη βάση, για να την εξυπηρετήσει, να τη βοηθήσει ενεργά να διαμορφωθεί και να στερεωθεί, για να παλέψει δραστήρια για την εξάλειψη της παλιάς βάσης, που εξαφανίζεται μαζί με το παλιό της εποικοδόμημα. Αρκεί μόνο το εποικοδόμημα ν' απαρνηθεί αυτό το βοηθητικό του ρόλο, αρκεί μόνο να περάσει το εποικοδόμημα απ' τη θέση της δραστήριας υπεράσπισης της βάσης του, στη θέση της αδιάφορης στάσης απέναντί της, να πάρει την ίδια στάση απέναντι σ' όλες τις τάξεις, για να χάσει την ιδιότητά του και να πάψει να είναι εποικοδόμημα.
Η γλώσσα απ' την άποψη αυτή διαφέρει ριζικά απ' το εποικοδόμημα. Η γλώσσα δεν ξεπήδησε απ' αυτή ή εκείνη τη βάση, απ' την παλιά ή την καινούρια βάση, μέσα σε μια δοσμένη κοινωνία, αλλά από ολάκερη την πορεία της ιστορίας της κοινωνίας και την ιστορία των βάσεων στο πέρασμα των αιώνων. Δε δημιουργήθηκε από μια κάποια τάξη, αλλά από ολάκερη την κοινωνία, από όλες τις τάξεις της κοινωνίας, από τις προσπάθειες εκατοντάδων γενεών. Δημιουργήθηκε για να ικανοποιεί τις ανάγκες όχι μιας κάποιας τάξης, αλλά ολάκερης της κοινωνίας, όλων των τάξεων της κοινωνίας. Ακριβώς γι' αυτό δημιουργήθηκε, σαν γλώσσα ενιαία για την κοινωνία και κοινή για όλα τα μέλη της κοινωνίας, σαν γλώσσα όλου του λαού.


Γι' αυτό, ο βοηθητικός ρόλος της γλώσσας, σαν μέσο επικοινωνίας των ανθρώπων, συνίσταται όχι στο να εξυπηρετεί μια τάξη σε βάρος των άλλων τάξεων, αλλά στο να εξυπηρετεί εξίσου ολάκερη την κοινωνία, όλες τις τάξεις της κοινωνίας. Αυτό ακριβώς εξηγεί το γεγονός ότι η γλώσσα μπορεί να εξυπηρετεί εξίσου τόσο το παλιό σύστημα που πεθαίνει, όσο και το νέο σύστημα, που ανεβαίνει, τόσο την παλιά βάση, όσο και τη νέα, τόσο τους εκμεταλλευτές όσο και τους εκμεταλλευόμενους.
Δεν είναι για κανέναν μυστικό το γεγονός, ότι η ρωσική γλώσσα εξυπηρέτησε εξίσου καλά το ρωσικό καπιταλισμό και το ρωσικό αστικό πολιτισμό πριν την Οχτωβριανή ανατροπή, όπως εξυπηρετεί σήμερα το σοσιαλιστικό καθεστώς και το σοσιαλιστικό πολιτισμό της ρωσικής κοινωνίας.
Το ίδιο πρέπει να πούμε για την ουκρανική, λευκορωσική, ουζμπεκική, καζαχική, γεωργιανή, αρμένικη, εσθονική, λετονική, λιθουανική, μολδαβική, τατάρικη, αζερμπαϊτζάνικη, μπασκιρική, τουρκμενική και τις άλλες γλώσσες των σοβιετικών εθνών, που εξίσου καλά εξυπηρετούσαν το παλιό, αστικό καθεστώς αυτών των εθνών, όπως εξυπηρετούν το νέο, το σοσιαλιστικό καθεστώς.
Και δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Η γλώσσα, γι' αυτό υπάρχει, γι' αυτό και δημιουργήθηκε, ακριβώς για να εξυπηρετεί την κοινωνία, σα σύνολο, σαν όργανο επικοινωνίας των ανθρώπων, για να είναι κοινή για τα μέλη της κοινωνίας και ενιαία για την κοινωνία, για να εξυπηρετεί εξίσου τα μέλη της κοινωνίας ανεξάρτητα απ' την ταξική τους θέση. Αρκεί μόνο να απομακρυνθεί η γλώσσα απ' αυτήν την παλλαϊκή θέση, αρκεί μόνο η γλώσσα να πάρει θέση προτίμησης και υποστήριξης μιας κάποιας κοινωνικής ομάδας σε βάρος των άλλων κοινωνικών ομάδων, για να χάσει την ιδιότητά της, για να πάψει να είναι μέσο επικοινωνίας των ανθρώπων στην κοινωνία, για να μετατραπεί σε ιδίωμα μιας κάποιας κοινωνικής ομάδας, να ξεπέσει και να αυτοκαταδικαστεί στην εξαφάνιση.


Από την άποψη αυτή η γλώσσα, που διαφέρει ριζικά απ' το εποικοδόμημα, δε διαφέρει ωστόσο απ' τα όργανα παραγωγής, λ.χ., από τις μηχανές, που είναι τόσο αδιάφορα απέναντι στις τάξεις όσο και η γλώσσα και που μπορούν να εξυπηρετήσουν εξίσου και το καπιταλιστικό καθεστώς και το σοσιαλιστικό.
Παρακάτω: Το εποικοδόμημα είναι προϊόν μιας εποχής, στη διάρκεια της οποίας ζει και δρα μια δοσμένη οικονομική βάση. Γι' αυτό, το εποικοδόμημα δε ζει για πολύ καιρό, εξαλείφεται και εξαφανίζεται μαζί με την εξάλειψη και την εξαφάνιση της δοσμένης βάσης.
Οσο για τη γλώσσα, αυτή, απεναντίας, είναι προϊόν ολόκληρης σειράς εποχών, στη διάρκεια των οποίων διαμορφώνεται, πλουτίζεται, αναπτύσσεται, εκλεπτύνεται. Γι' αυτό η γλώσσα ζει ασύγκριτα περισσότερο από κάθε βάση και από κάθε εποικοδόμημα. Αυτό ακριβώς εξηγεί το ότι η γέννηση και η εξαφάνιση όχι μιας μόνο βάσης και του εποικοδομήματός της, αλλά αρκετών βάσεων και των αντίστοιχων εποικοδομημάτων τους, δεν οδηγούν, στην ιστορία, στην εξάλειψη της δοσμένης γλώσσας, στην εξάλειψη της διάρθρωσής της και στη γέννηση μιας νέας γλώσσας με νέο λεξιλόγιο και νέο σύστημα γραμματικής.
Πάνω από εκατό χρόνια πέρασαν απ' το θάνατο του Πούσκιν. Σ' αυτό το διάστημα, στη Ρωσία, εξαφανίστηκαν το φεουδαρχικό σύστημα, το καπιταλιστικό σύστημα και γεννήθηκε ένα τρίτο σύστημα, το σοσιαλιστικό. Συνεπώς, εξαφανίστηκαν δυο βάσεις με τα εποικοδομήματά τους και γεννήθηκε μια νέα, σοσιαλιστική βάση, με το νέο της εποικοδόμημα. Ομως, αν πάρουμε π.χ., τη ρωσική γλώσσα, θα δούμε ότι στο μεγάλο αυτό χρονικό διάστημα δεν έπαθε καμιά ριζική αλλαγή και η σύγχρονη ρωσική γλώσσα λίγο διαφέρει στη διάρθρωσή της απ' τη γλώσσα του Πούσκιν.
Αλεξάντρ Πούσκιν
Τι άλλαξε στο διάστημα αυτό στη ρωσική γλώσσα; Το λεξιλόγιο της ρωσικής γλώσσας συμπληρώθηκε σημαντικά σ' αυτό το διάστημα, ένας μεγάλος αριθμός παλιωμένων λέξεων εξαφανίστηκαν απ' το λεξιλόγιο, άλλαξε η σημασία ενός σημαντικού αριθμού λέξεων, καλυτέρεψε το σύστημα γραμματικής. Οσον αφορά τη διάρθρωση της γλώσσας του Πούσκιν, με τη γραμματική της και το βασικό της κεφάλαιο των λέξεων, διατηρήθηκε στην ουσία της, σα βάση της σύγχρονης ρωσικής γλώσσας.
Κι αυτό είναι ολότελα κατανοητό. Και πραγματικά, σε τι θα χρησίμευε η καταστροφή έπειτα από κάθε ανατροπή, της υπάρχουσας διάρθρωσης της γλώσσας, του συστήματος γραμματικής της και του βασικού λεξιλογίου της, και η αντικατάστασή τους με νέα, όπως γίνεται συνήθως με το εποικοδόμημα; Σε ποιον θα χρησίμευε, «το νερό», «η γη», «το βουνό», «το δάσος», «το ψάρι», «ο άνθρωπος», «βαδίζω», «κάνω», «παράγω», «εμπορεύομαι» κλπ. να μη λέγονταν νερό, γη, βουνό κλπ., αλλά κάπως διαφορετικά; Σε ποιον θα χρησίμευε να μη γίνονται οι αλλαγές των λέξεων στη γλώσσα και η σύνθεση των λέξεων σε προτάσεις σύμφωνα με την υπάρχουσα γραμματική, αλλά σύμφωνα με μια άλλη ολότελα διαφορετική; Ποιο είναι το όφελος για την επανάσταση από μια τέτοια αναστάτωση στη γλώσσα; Γενικά η ιστορία δεν κάνει τίποτα το ουσιαστικό δίχως να υπάρχει γι' αυτό ιδιαίτερη ανάγκη. Μπαίνει το ρώτημα: Ποια η ανάγκη μιας τέτοιας γλωσσικής ανατροπής, εφόσον είναι αποδειγμένο, ότι η υπάρχουσα γλώσσα, με τη διάρθρωσή της, είναι βασικά πολύ κατάλληλη για την ικανοποίηση των αναγκών του νέου καθεστώτος. Μπορούμε και πρέπει να εκμηδενίσουμε, μέσα σε μερικά χρόνια το παλιό εποικοδόμημα και να το αντικαταστήσουμε μ' ένα καινούριο, για ν' ανοίξουμε το δρόμο στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας, αλλά πώς είναι δυνατό να καταστραφεί η υπάρχουσα γλώσσα και να δημιουργηθεί στη θέση της νέα γλώσσα σε διάστημα μερικών χρόνων, χωρίς να γίνει αναρχία στην κοινωνική ζωή, χωρίς να απειληθεί η κοινωνία με διάλυση; Ποιος λοιπόν, εκτός απ' τους Δον Κιχώτες, μπορεί να βάζει στον εαυτό του τέτοιο καθήκον;
Πολ Λαφάργκ
Τέλος, υπάρχει ακόμα μια ριζική διαφορά ανάμεσα στο εποικοδόμημα και τη γλώσσα. Το εποικοδόμημα δε συνδέεται άμεσα με την παραγωγή, με την παραγωγική δραστηριότητα του ανθρώπου. Συνδέεται με την παραγωγή μόνο έμμεσα, μέσω της οικονομίας, μέσω της βάσης. Γι' αυτό, το εποικοδόμημα δεν καθρεφτίζει τις αλλαγές στο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων μονομιάς και απευθείας, αλλά ύστερα απ' τις αλλαγές στη βάση, μέσο της διάθλασης των αλλαγών της παραγωγής μες στις αλλαγές της βάσης. Αυτό σημαίνει, ότι η σφαίρα ενέργειας του εποικοδομήματος είναι στενή και περιορισμένη.
Η γλώσσα, απεναντίας, είναι συνδεδεμένη άμεσα με την παραγωγική δραστηριότητα του ανθρώπου, και όχι μόνο με την παραγωγική δραστηριότητά του, αλλά και με κάθε άλλη δραστηριότητα του ανθρώπου σε όλες τις σφαίρες της δουλιάς του, απ' την παραγωγή ως τη βάση, από τη βάση ως το εποικοδόμημα. Γι' αυτό η γλώσσα καθρεφτίζει τις αλλαγές στην παραγωγή μονομιάς και απευθείας, χωρίς να περιμένει τις αλλαγές στη βάση. Γι' αυτό η σφαίρα ενέργειας της γλώσσας, που αγκαλιάζει όλους τους τομείς της δραστηριότητας του ανθρώπου, είναι πολύ πιο πλατιά και πολύπλευρη, από τη σφαίρα ενέργειας του εποικοδομήματος. Κάτι περισσότερο, είναι σχεδόν απεριόριστη.
Αυτό εξηγεί, πριν απ' όλα, το ότι η γλώσσα, κυρίως το λεξιλόγιό της, βρίσκεται σε κατάσταση αδιάκοπης σχεδόν αλλαγής. Η αδιάκοπη ανάπτυξη της βιομηχανίας και της αγροτικής οικονομίας, του εμπορίου και των μεταφορών της τεχνικής και της επιστήμης, απαιτεί από τη γλώσσα να πλουτίζει το λεξιλόγιό της με νέες λέξεις και εκφράσεις, απαραίτητες για τη δουλιά τους. Και η γλώσσα, που καθρεφτίζει άμεσα αυτές τις ανάγκες, πλουτίζει το λεξιλόγιό της με νέες λέξεις, τελειοποιεί το σύστημα γραμματικής της.
Λοιπόν:
α) ο μαρξιστής δεν μπορεί να θεωρεί τη γλώσσα σαν εποικοδόμημα πάνω στη βάση,
β) το να συγχέεις τη γλώσσα με το εποικοδόμημα, αυτό σημαίνει ότι κάνεις σοβαρό λάθος.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Είναι σωστό, ότι η γλώσσα ήτανε πάντα και παραμένει ταξική; ότι δεν υπάρχει κοινή και ενιαία για την κοινωνία γλώσσα, γλώσσα χωρίς ταξικό χαραχτήρα, παλλαϊκή;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Οχι, δεν είναι σωστό.
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς, πως σε μια κοινωνία, όπου δεν υπάρχουν τάξεις, δεν μπορεί να γίνει καν λόγος για ταξική γλώσσα. Το πρωτόγονο κοινωνικό σύστημα των γενών δε γνώριζε τάξεις, συνεπώς, εκεί δεν μπορούσε να υπάρχει και ταξική γλώσσα: η γλώσσα εκεί ήταν κοινή, ενιαία για όλη την κοινότητα. Η αντίρρηση πως με την έννοια τάξη πρέπει να εννοείται η κάθε μια ανθρώπινη κοινότητα συμπεριλαμβανομένης και της πρωτόγονης κοινότητας, δεν είναι αντίρρηση, μα λογοπαίγνιο, που δεν αξίζει να αντικρουστεί.
Οσον αφορά την παραπέρα ανάπτυξη των γλωσσών, από γλώσσες γενών σε γλώσσες φυλών, από γλώσσες φυλών, σε γλώσσες λαών και από γλώσσες λαών σε γλώσσες εθνών, η γλώσσα σα μέσο επικοινωνίας των ανθρώπων στην κοινωνία, ήταν παντού, σ' όλα τα στάδια της ανάπτυξής της, γλώσσα κοινή κι ενιαία για την κοινωνία, ήταν γλώσσα που εξυπηρετούσε εξίσου τα μέλη της κοινωνίας ανεξάρτητα απ' την κοινωνική τους θέση.
Εχω εδώ υπόψη μου, όχι τις αυτοκρατορίες της δουλοχτητικής και της μεσαιωνικής περιόδου, π.χ., τις αυτοκρατορίες του Κύρου και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ή τις αυτοκρατορίες του Καίσαρα και του Καρόλου του Μεγάλου που δεν είχαν δική τους οικονομική βάση και αποτελούσαν προσωρινές κι ασταθείς στρατιωτικο-διοικητικές ενώσεις. Οι αυτοκρατορίες αυτές, όχι μόνο δεν είχαν, αλλά και δεν μπορούσαν να έχουν μια ενιαία για την αυτοκρατορία και κατανοητή σ' όλα τα μέλη της αυτοκρατορίας γλώσσα. Οι αυτοκρατορίες αυτές, παρουσίαζαν ένα κράμα από φυλές και λαούς, που ζούσαν τη δική τους ζωή και είχαν τις δικές τους γλώσσες. Συνεπώς, έχω υπόψη μου, όχι αυτές ή άλλες ανάλογες αυτοκρατορίες, αλλά κείνες τις φυλές και λαούς, που ανήκανε στην αυτοκρατορία, που είχαν την οικονομική τους βάση και τις από πολύ παλιά διαμορφωμένες γλώσσες τους. Η ιστορία λέει, πως οι γλώσσες αυτών των φυλών και λαών δεν ήταν ταξικές, αλλά παλλαϊκές, κοινές για τις φυλές και λαούς και κατανοητές σ' αυτούς.
Παράλληλα βέβαια υπάρχαν διάλεχτοι, ντοπιολαλιές, πάνω απ' αυτές όμως κυριαρχούσε και τις υπότασσε η ενιαία και κοινή γλώσσα της φυλής ή του λαού. Αργότερα, με την εμφάνιση του καπιταλισμού, με την εξαφάνιση του φεουδαρχικού τεμαχισμού και τη διάρθρωση της εθνικής αγοράς, οι λαοί αναπτύχθηκαν σε έθνη και οι γλώσσες των λαών σε γλώσσες εθνικές. Η ιστορία λέει, ότι οι εθνικές γλώσσες, δεν είναι ταξικές, αλλά παλλαϊκές γλώσσες, κοινές για τα μέλη του έθνους και ενιαίες για το έθνος.
Ειπώθηκε πιο πάνω ότι η γλώσσα, σαν μέσο επικοινωνίας των ανθρώπων στην κοινωνία, εξυπηρετεί εξίσου όλες τις τάξεις της κοινωνίας και δείχνει απ' την άποψη αυτή ένα είδος αδιαφορίας απέναντι στις τάξεις. Οι άνθρωποι όμως, οι ξέχωρες κοινωνικές ομάδες, οι τάξεις, δεν είναι καθόλου αδιάφοροι προς τη γλώσσα. Προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν τη γλώσσα για τα δικά τους συμφέροντα, να της επιβάλουν το ιδιαίτερό τους λεξιλόγιο, την ιδιαίτερή τους ορολογία, τις ιδιαίτερές τους εκφράσεις. Από την άποψη αυτή, ιδιαίτερα διακρίνονται τα ανώτερα στρώματα απ' τις κατέχουσες τάξεις, που αποσπάστηκαν από το λαό και τον μισούν: η αριστοκρατία των ευγενών, τα ανώτερα στρώματα της αστικής τάξης. Δημιουργούνται «ταξικές» διάλεχτοι, ιδιώματα, «γλώσσες» των σαλονιών. Στη φιλολογία, όχι σπάνια οι διάλεχτοι και τα ιδιώματα αυτά χαρακτηρίζονται εσφαλμένα σα γλώσσες: «γλώσσα των ευγενών», «αστική γλώσσα» - σε αντίθεση με την «προλεταριακή γλώσσα», τη «γλώσσα των χωρικών». Πάνω σ' αυτή τη βάση, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, μερικοί σύντροφοί μας κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η εθνική γλώσσα είναι πλασματική, ότι μονάχα οι ταξικές γλώσσες υπάρχουν στην πραγματικότητα.
Νομίζω ότι δεν υπάρχει τίποτα το πιο λαθεμένο από ένα τέτοιο συμπέρασμα. Μπορεί κανείς να θεωρήσει αυτές τις διαλέκτους κι αυτά τα ιδιώματα σαν γλώσσες; Αναντίρρητα όχι. Δεν μπορεί, γιατί, πρώτο: οι διάλεκτοι και τα ιδιώματα αυτά δεν έχουν δικό τους σύστημα γραμματικής, ούτε ένα βασικό κεφάλαιο λέξεων, αλλά τα δανείζονται από την εθνική γλώσσα. Δεύτερο: γιατί οι διάλεκτοι και τα ιδιώματα έχουν μια στενή σφαίρα κυκλοφορίας ανάμεσα στα μέλη των ανώτερων στρωμάτων αυτής ή εκείνης της τάξης και δεν ισχύουν καθόλου, σαν μέσον επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, για το σύνολο της κοινωνίας. Τι έχουν λοιπόν; Εχουν: μάζωμα από μερικές ειδικές λέξεις που καθρεφτίζουν τα ειδικά γούστα της αριστοκρατίας ή των ανώτερων στρωμάτων της κεφαλαιοκρατίας ορισμένο αριθμό από εκφράσεις και στροφές του λόγου, που διακρίνονται για το εξεζητημένο και το λεπτεπίλεπτό τους και είναι απαλλαγμένες απ' τη «χοντροκοπιά» των εκφράσεων και στροφών του λόγου της εθνικής γλώσσας, και, τέλος, ένα ορισμένο αριθμό ξένων λέξεων. Βασικά, όμως, δηλ. η συντριπτική πλειοψηφία των λέξεων και το σύστημα γραμματικής, παίρνονται από τη γλώσσα όλου του λαού, από την εθνική γλώσσα. Επομένως, οι διάλεκτοι και τα ιδιώματα είναι παρακλάδια της παλλαϊκής εθνικής γλώσσας, στερούνται από κάθε γλωσσική ανεξαρτησία και είναι καταδικασμένα να φυτοζωούν. Το να πιστεύει κανείς πως οι διάλεκτοι και τα ιδιώματα μπορούν να αναπτυχθούν σε ανεξάρτητες γλώσσες, ικανές να εκτοπίσουν και ν' αντικαταστήσουν την εθνική γλώσσα, σημαίνει ότι χάνει την ιστορική προοπτική και απομακρύνεται από τις θέσεις του μαρξισμού.
Αναφέρονται στο Μαρξ, παραθέτουν ένα απόσπασμα του άρθρου του «Ο άγιος Μαρξ», όπου λέγεται ότι οι αστοί έχουν τη «δική τους γλώσσα», και ότι η γλώσσα αυτή «είναι προϊόν της αστικής τάξης», ότι είναι διαποτισμένη με το πνεύμα της εμποροκρατίας των αγοραπωλησιών. Μερικοί σύντροφοι γυρεύουν, μ' αυτό το απόσπασμα, να αποδείξουν πως τάχα ο Μαρξ ήταν υπέρ του «ταξικού χαρακτήρα» της γλώσσας, ότι αρνιόταν την ύπαρξη μιας ενιαίας εθνικής γλώσσας. Αν οι σύντροφοι αυτοί αντίκριζαν το ζήτημα αντικειμενικά, θα όφειλαν να παραθέσουν ένα άλλο απόσπασμα απ' το ίδιο άρθρο «Ο άγιος Μαρξ», όπου ο Μαρξ, θίγοντας το ζήτημα του πώς διαμορφώθηκε η ενιαία εθνική γλώσσα, μιλάει για τη «συγκέντρωση των διαλέκτων σε μια ενιαία εθνική γλώσσα που καθορίζεται από την οικονομική και πολιτική συγκέντρωση».
Συνεπώς, ο Μαρξ αναγνώριζε την αναγκαιότητα μιας ενιαίας εθνικής γλώσσας, σαν ανώτερης μορφής, στην οποία υποτάσσονται οι διάλεκτοι, σαν κατώτερη μορφή.
Τι μπορεί να είναι, στην περίπτωση αυτή, η γλώσσα των αστών που, κατά τον Μαρξ, «είναι προϊόν της αστικής τάξης»; Μήπως ο Μαρξ τη θεωρούσε σα γλώσσα όμοια με την εθνική γλώσσα, με τη δική της ιδιαίτερη γλωσσολογική διάρθρωση; Μπορούσε να τη θεωρήσει σαν τέτοια γλώσσα; Βέβαια όχι. Ο Μαρξ ήθελε να πει απλούστατα ότι οι αστοί έχουν μολύνει την ενιαία εθνική γλώσσα με το λεξιλόγιό τους του ψιλικατζή, ότι, επομένως, οι αστοί έχουν το ψιλικατζίδικο ιδίωμά τους.
Απ' τα παραπάνω βγαίνει το συμπέρασμα ότι οι σύντροφοι αυτοί διαστρέβλωσαν τη θέση του Μαρξ. Και τη διαστρέβλωσαν γιατί αναφέρθηκαν στον Μαρξ όχι σαν μαρξιστές, αλλά σα σχολαστικοί που δεν προχωρούν στην ουσία του ζητήματος.
Αναφέρονται στον Ενγκελς, παραθέτουν τα λόγια του Ενγκελς, απ' το έργο του: «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία»: «... Η αγγλική εργατική τάξη, με τον καιρό, έγινε ένας ολότελα διαφορετικός λαός από την αγγλική αστική τάξη...» - και ότι: «... Οι εργάτες μιλάνε μιαν άλλη διάλεκτο, έχουν άλλες ιδέες και αντιλήψεις, άλλα ήθη και άλλες ηθικές αρχές, άλλη θρησκεία και πολιτική από την αστική τάξη».
Πάνω στη βάση αυτού του αποσπάσματος, μερικοί σύντροφοι βγάζουν το συμπέρασμα ότι ο Ενγκελς αρνιόταν την αναγκαιότητα μιας παλλαϊκής εθνικής γλώσσας, ότι υποστήριζε, επομένως, «τον ταξικό χαραχτήρα» της γλώσσας. Είναι αλήθεια ότι ο Ενγκελς μιλάει εδώ όχι για γλώσσα, αλλά για διάλεκτο, κι αντιλαμβάνονταν πλέρια πως μια διάλεκτος, όντας παρακλάδι της εθνικής γλώσσας δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εθνική γλώσσα. Φαίνεται όμως πως οι σύντροφοι αυτοί δε δείχνουν μεγάλη συμπάθεια για τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στη γλώσσα και στη διάλεκτο... Είναι φανερό πως το απόσπασμα αυτό δεν έχει εδώ τη θέση του, γιατί ο Ενγκελς δε μιλάει για «ταξικές γλώσσες», αλλά κυρίως για ταξικές ιδέες, αντιλήψεις, ήθη, ηθικές αρχές, θρησκεία και πολιτική. Είναι απόλυτα σωστό ότι οι ιδέες, οι αντιλήψεις, τα ήθη, οι ηθικές αρχές, η θρησκεία, η πολιτική των αστών και των προλετάριων είναι διαμετρικά αντίθετες.
Αλλά τι σχέση έχει αυτό εδώ με την εθνική γλώσσα, ή με τον «ταξικό» χαραχτήρα της γλώσσας. Μήπως η ύπαρξη ταξικών αντιθέσεων μέσα στην κοινωνία μπορεί να χρησιμεύσει σαν επιχείρημα υπέρ του «ταξικού» χαραχτήρα της γλώσσας, ή ενάντια στην αναγκαιότητα μιας ενιαίας εθνικής γλώσσας; Ο μαρξισμός λέει ότι η κοινότητα γλώσσας είναι ένα από τα σπουδαιότερα χαρακτηριστικά του έθνους, μ' όλο που ήξερε καλά ότι υπάρχουν μέσα στα έθνη ταξικές αντιθέσεις. Οι παραπάνω σύντροφοι αναγνωρίζουν τη μαρξιστική τούτη θέση;
Αναφέρονται στο Λαφάργκ για να πουν ότι, στην μπροσούρα του «Η γαλλική γλώσσα πριν και μετά την επανάσταση», ο Λαφάργκ αναγνωρίζει τον «ταξικό» χαραχτήρα της γλώσσας και ότι αρνείται δήθεν, την αναγκαιότητα μιας παλλαϊκής εθνικής γλώσσας. Αυτό δεν είναι σωστό. Ο Λαφάργκ πραγματικά μιλάει για τη «γλώσσα των ευγενών» ή της «αριστοκρατίας» και για τα «ιδιώματα» των διαφόρων στρωμάτων της κοινωνίας. Οι σύντροφοι όμως αυτοί ξεχνούν πως ο Λαφάργκ, που δεν ενδιαφέρεται για το πρόβλημα της διαφοράς ανάμεσα στη γλώσσα και στο ιδίωμα και που ονομάζει τις διαλέκτους πότε «τεχνητή γλώσσα», πότε «ιδίωμα», δηλώνει ξεκάθαρα στην μπροσούρα του πως «η τεχνητή γλώσσα» που διέκρινε την αριστοκρατία... βγήκε από μια λαϊκή γλώσσα που μιλούσαν ο αστός, και ο χειροτέχνης, η πόλη και το χωριό».
Συνεπώς ο Λαφάργκ αναγνωρίζει την ύπαρξη και την αναγκαιότητα μιας παλλαϊκής γλώσσας, και καταλάβαινε πλέρια το χαραχτήρα υποταγής και εξάρτησης της «αριστοκρατικής γλώσσας» και των άλλων διαλέκτων και ιδιωμάτων απ' την παλλαϊκή γλώσσα.
Απ' τα παραπάνω βγαίνει το συμπέρασμα πως η παραπομπή στο Λαφάργκ είναι ολότελα άστοχη.
Επικαλούνται σαν επιχείρημα πως στην Αγγλία, κάποτες, οι Αγγλοι φεουδάρχες «επί αιώνες» μιλούσαν τη γαλλική γλώσσα, ενώ ο λαός της Αγγλίας μιλούσε την αγγλική και πως αυτό το περιστατικό αποτελεί τάχα επιχείρημα υπέρ του «ταξικού χαρακτήρα» της γλώσσας και κατά της αναγκαιότητας μιας παλλαϊκής γλώσσας. Αυτό όμως δεν είναι επιχείρημα, αλλά μάλλον ανέκδοτο. Πρώτο, δεν ήταν όλοι οι φεουδάρχες αλλά ένα ασήμαντο ανώτατο στρώμα της αγγλικής φεουδαρχικής αριστοκρατίας που μιλούσε τότε γαλλικά στη βασιλική αυλή και τις κομητείες.
Δεύτερο, αυτοί δε μιλούσαν κάποια «ταξική γλώσσα», αλλά τη συνηθισμένη παλλαϊκή γαλλική γλώσσα. Τρίτο, όπως είναι γνωστό, αυτός ο ανόητος θαυμασμός για τη γαλλική γλώσσα εξαφανίστηκε αργότερα, χωρίς ν' αφήσει ίχνη, παραχωρώντας τη θέση του στην παλλαϊκή αγγλική γλώσσα. Οι σύντροφοι αυτοί πιστεύουν μήπως πως οι Αγγλοι φεουδάρχες και ο αγγλικός λαός εξηγούνταν αναμεταξύ τους «επί αιώνες» με διερμηνείς, πως οι Αγγλοι φεουδάρχες δε χρησιμοποιούσαν την αγγλική γλώσσα, πως δεν υπήρχε τότε η παλλαϊκή αγγλική γλώσσα και πως η γαλλική ήταν τότε στην Αγγλία κάτι παραπάνω από μια γλώσσα του σαλονιού που τη μιλούσε μονάχα ένας στενός κύκλος των ανώτερων στρωμάτων της εγγλέζικης αριστοκρατίας; Πώς μπορεί κανείς, πάνω στη βάση τέτοιων ανέκδοτων «επιχειρημάτων» ν' αρνηθεί την ύπαρξη και την αναγκαιότητα μιας παλλαϊκής γλώσσας;
Εναν καιρό και στους Ρώσους αριστοκράτες επίσης άρεσε να μιλούν γαλλικά, στην τσαρική αυλή και στα σαλόνια. Καμάρωναν με το ότι, μιλώντας ρούσικα, τραύλιζαν γαλλικά, ότι δεν ξέρουν να μιλούν ρούσικα παρά μονάχα με γαλλική προφορά. Σημαίνει τάχα αυτό πως στη Ρωσία δεν υπήρχε τότε παλλαϊκή ρούσικη γλώσσα, πως η παλλαϊκή γλώσσα ήταν τότε φανταστική, ενώ οι «ταξικές γλώσσες» πραγματικότητα;
Οι σύντροφοί μας κάνουν εδώ, τουλάχιστον δυο λάθη.
Το πρώτο λάθος είναι πως συγχέουν τη γλώσσα με το εποικοδόμημα. Νομίζουν πως, αν το εποικοδόμημα έχει ταξικό χαραχτήρα, τότε και η γλώσσα δεν πρέπει να 'ναι παλλαϊκή μα ταξική. Εχω πει όμως πιο πάνω πως η γλώσσα και το εποικοδόμημα είναι δυο διαφορετικές έννοιες, ότι ο μαρξιστής δεν μπορεί να τις συγχέει.
Το δεύτερο λάθος είναι ότι οι σύντροφοι αυτοί, την αντίθεση συμφερόντων της αστικής τάξης και του προλεταριάτου, την πεισματώδικη ταξική πάλη ανάμεσά τους, την αντιλαμβάνονται σα διάσπαση της κοινωνίας, σα διακοπή κάθε σχέσης ανάμεσα στις εχθρικές τάξεις. Θεωρούν, πως εφόσον η κοινωνία διασπάστηκε και δεν υπάρχει πια ενιαία κοινωνία, μα υπάρχουν μονάχα τάξεις, δε χρειάζεται ενιαία γλώσσα για την κοινωνία, δε χρειάζεται εθνική γλώσσα. Τότε τι απομένει, αν η κοινωνία έχει διασπαστεί και δεν υπάρχει πια παλλαϊκή, εθνική γλώσσα; Μένουν οι τάξεις και οι «ταξικές γλώσσες». Είναι ευκολονόητο πως η κάθε «ταξική γλώσσα» θα 'χει τη δικιά της «ταξική» γραμματική: «προλεταριακή» γραμματική, «αστική» γραμματική. Είναι αλήθεια, πως τέτοιες γραμματικές δεν υπάρχουν στη ζωή, αυτό όμως δε στεναχωρεί αυτούς τους συντρόφους. Πιστεύουν πως τέτοιες γραμματικές θα εμφανιστούν.
Κάποτε, είχαμε «μαρξιστές», που βεβαίωναν πως οι σιδηρόδρομοι, που έμειναν στη χώρα μας ύστερα απ' την Οχτωβριανή ανατροπή, ήταν αστικοί και ότι δεν ταίριαζε σε μας τους μαρξιστές να τους χρησιμοποιούμε, ότι έπρεπε να τους καταστρέψουμε και να κατασκευάσουμε καινούριους, «προλεταριακούς» σιδηροδρόμους. Αυτό τους έκανε να αποχτήσουν το παρατσούκλι, «οι τρωγλοδύτες»...
Είναι ευνόητο, πως μια τέτοια πρωτόγονη - αναρχική άποψη για την κοινωνία, τις τάξεις, τη γλώσσα, δεν έχει τίποτα το κοινό με το μαρξισμό. Ομως αναμφίβολα υπάρχει και εξακολουθεί να ζει μες στα κεφάλια μερικών απ' τους συντρόφους μας που έπαθαν σύγχυση.
Βέβαια δεν είναι σωστό ότι, εξαιτίας της ύπαρξης πεισματώδικης ταξικής πάλης, η κοινωνία έχει δήθεν διασπαστεί σε τάξεις που δε συνδέονται πια οικονομικά ή μια με την άλλη μέσα σε μια κοινωνία. Αντίθετα. Εφόσον υπάρχει καπιταλισμός, και οι αστοί και οι προλετάριοι θα συνδέονται αναμεταξύ τους με όλα τα οικονομικά νήματα, σαν μέρη της ενιαίας καπιταλιστικής κοινωνίας, οι αστοί δεν μπορούν να ζήσουν και να πλουτίσουν, χωρίς να έχουν στη διάθεσή τους μισθωτούς εργάτες, οι προλετάριοι δεν μπορούν να συνεχίσουν την ύπαρξή τους χωρίς να μισθώνονται στους κεφαλαιούχους. Η διακοπή όλων των μεταξύ τους οικονομικών δεσμών σημαίνει σταμάτημα κάθε παραγωγής και το σταμάτημα κάθε παραγωγής οδηγεί στο χαμό της κοινωνίας, στο χαμό των ίδιων των τάξεων. Είναι ευνόητο πως καμιά τάξη δε θέλει την αυτο-εξαφάνισή της. Γι' αυτό η ταξική πάλη, όσο οξεία κι αν είναι, δεν μπορεί να οδηγήσει στη διάλυση της κοινωνίας. Μονάχα η άγνοια στα ζητήματα του μαρξισμού και η πλέρια έλλειψη κατανόησης της φύσης της γλώσσας μπορούν να υποβάλουν σε ορισμένους συντρόφους μας το μύθο για τη διάλυση της κοινωνίας, για τις «ταξικές γλώσσες», για τις «ταξικές» γραμματικές.
Αναφέρονται ύστερα στον Λένιν και υπενθυμίζουν πως ο Λένιν αναγνώριζε την ύπαρξη στο καπιταλιστικό καθεστώς δυο πολιτισμών, του αστικού πολιτισμού και του προλεταριακού πολιτισμού, πως το σύνθημα για εθνικό πολιτισμό μέσα στο καπιταλιστικό καθεστώς είναι σύνθημα εθνικιστικό. Ολα αυτά είναι σωστά κι ο Λένιν έχει εδώ απόλυτα δίκιο. Ομως τι σχέση έχει αυτό με τον «ταξικό χαραχτήρα» της γλώσσας; Οι σύντροφοι αυτοί, με το να αναφέρονται στα λόγια του Λένιν για τους δυο πολιτισμούς στο καπιταλιστικό καθεστώς, θέλουν, όπως φαίνεται, να πείσουν τον αναγνώστη ότι η ύπαρξη δυο πολιτισμών στην κοινωνία -του αστικού και του προλεταριακού- σημαίνει πως πρέπει να υπάρχουν και δυο γλώσσες, επειδή η γλώσσα συνδέεται με τον πολιτισμό, πως, επομένως, ο Λένιν αρνείται την αναγκαιότητα μιας ενιαίας εθνικής γλώσσας, πως, επομένως, είναι υπέρ των «ταξικών» γλωσσών. Το λάθος των συντρόφων αυτών συνίσταται εδώ στο ότι αυτοί ταυτίζουν και συγχέουν τη γλώσσα με τον πολιτισμό. Ομως, ο πολιτισμός και η γλώσσα είναι δυο διαφορετικά πράματα. Ο πολιτισμός μπορεί να είναι αστικός ή σοσιαλιστικός. Ενώ η γλώσσα, σαν μέσον επικοινωνίας, παρουσιάζεται πάντα σαν η γλώσσα όλου του λαού και μπορεί να εξυπηρετήσει τόσο τον αστικό όσο και τον σοσιαλιστικό πολιτισμό. Δεν είναι μήπως γεγονός πως οι γλώσσες της Ρωσίας, της Ουκρανίας, του Ουζμπεκιστάν, εξυπηρετούν σήμερα το σοσιαλιστικό πολιτισμό αυτών των εθνών, τόσο καλά όσο εξυπηρετούσαν τους αστικούς πολιτισμούς πριν την Οχτωβριανή ανατροπή; Οι σύντροφοι αυτοί γελιούνται λοιπόν σοβαρά όταν βεβαιώνουν πως η ύπαρξη δυο διαφορετικών πολιτισμών οδηγεί στο σχηματισμό δυο διαφορετικών γλωσσών και στην άρνηση της αναγκαιότητας μιας ενιαίας γλώσσας.
Μιλώντας για δυο πολιτισμούς, ο Λένιν ξεκινούσε ακριβώς από τη θέση ότι η ύπαρξη δυο πολιτισμών δεν μπορεί να οδηγήσει στην άρνηση μιας ενιαίας γλώσσας και στο σχηματισμό δυο γλωσσών, ότι η γλώσσα πρέπει να είναι ενιαία. Οταν οι άνθρωποι του Μπουντ βάλθηκαν να κατηγορούν τον Λένιν ότι αρνιόταν την αναγκαιότητα μιας εθνικής γλώσσας και ότι θεωρούσε τον πολιτισμό σαν «μη εθνικό», ο Λένιν, όπως είναι γνωστό, διαμαρτυρήθηκε έντονα και δήλωσε πως αγωνίζονταν ενάντια στον αστικό πολιτισμό κι όχι ενάντια στην εθνική γλώσσα, που την αναγκαιότητά της τη θεωρεί αδιαφιλονίκητη. Είναι περίεργο πως μερικοί σύντροφοί μας ακολουθούν τα ίχνη των ανθρώπων του Μπουντ.
Οσο για την ενιαία γλώσσα, που ο Λένιν είχε δήθεν αρνηθεί την αναγκαιότητά της, καλά θα ήταν να δοθεί προσοχή στα παρακάτω λόγια του Λένιν:
«Η γλώσσα είναι το πιο σπουδαίο μέσο επικοινωνίας ανάμεσα στους ανθρώπους. Η ενότητα της γλώσσας και η ανεμπόδιστη ανάπτυξή της είναι ένας από τους πιο σημαντικούς όρους για πραγματικά ελεύθερες και πλατιές εμπορικές συναλλαγές, όπως τις θέλει ο σύγχρονος καπιταλισμός, για την ελεύθερη και πλατιά συγκέντρωση του πληθυσμού σ' όλες τις ξεχωριστές τάξεις».
Απ' τα παραπάνω βγαίνει το συμπέρασμα πως οι σεβαστοί σύντροφοι διαστρέβλωσαν τις απόψεις του Λένιν.
Αναφέρονται τέλος στον Στάλιν. Παραθέτουν τα λόγια του Στάλιν ότι «η αστική τάξη και τα εθνικιστικά της κόμματα ήταν και μένουν στην περίοδο αυτή η κύρια ηγετική δύναμη των εθνών αυτών. Ολα αυτά είναι σωστά. Η αστική τάξη και το εθνικιστικό της κόμμα διευθύνουν πραγματικά τον αστικό πολιτισμό, το ίδιο όπως το προλεταριάτο και το διεθνιστικό του κόμμα διευθύνουν τον προλεταριακό πολιτισμό. Ομως, τι σχέση έχει αυτό με τον «ταξικό χαραχτήρα» της γλώσσας; Μήπως αγνοούν οι σύντροφοι αυτοί ότι η εθνική γλώσσα είναι μια μορφή του εθνικού πολιτισμού, ότι η εθνική γλώσσα μπορεί να εξυπηρετήσει και τον αστικό και σοσιαλιστικό πολιτισμό; Είναι δυνατό να αγνοούν οι σύντροφοί μας τη γνωστή θέση των μαρξιστών, σύμφωνα με την οποία οι σημερινοί πολιτισμοί της Ρωσίας, της Ουκρανίας, της Λευκορωσίας και άλλοι είναι σοσιαλιστικοί στο περιεχόμενο και εθνικοί στη μορφή, δηλαδή στη γλώσσα; Συμφωνούν με τη μαρξιστική αυτή θέση;
Το λάθος των συντρόφων μας συνίσταται εδώ στο ότι δε βλέπουν τη διαφορά ανάμεσα στον πολιτισμό και τη γλώσσα και δεν καταλαβαίνουν πως το περιεχόμενο του πολιτισμού αλλάζει με κάθε καινούρια περίοδο ανάπτυξης της κοινωνίας, ενώ η γλώσσα μένει βασικά η ίδια για αρκετές περιόδους και εξυπηρετεί τόσο το νέο όσο και τον παλιό πολιτισμό.
Λοιπόν;
α) Η γλώσσα, σαν μέσο επικοινωνίας, ήταν πάντα και παραμένει ενιαία για την κοινωνία και κοινή για όλα τα μέλη της κοινωνίας.
β) Η ύπαρξη διαλέκτων και ιδιωμάτων δεν αναιρεί αλλά επιβεβαιώνει την ύπαρξη μιας παλλαϊκής γλώσσας, που οι διάλεκτοι και τα ιδιώματα αποτελούν παρακλάδια της και υποτάσσονται σ' αυτή.
γ) Η θέση για τον ταξικό χαραχτήρα της γλώσσας είναι μια θέση λαθεμένη, μη μαρξιστική.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Ποια είναι τα χαραχτηριστικά γνωρίσματα της γλώσσας;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Η γλώσσα ανήκει σ' εκείνα τα κοινωνικά φαινόμενα που δρουν σ' όλη τη διάρκεια της ύπαρξης της κοινωνίας. Γεννιέται κι αναπτύσσεται με τη γέννηση και την ανάπτυξη της κοινωνίας. Πεθαίνει μαζί με το θάνατο της κοινωνίας. Εξω απ' την κοινωνία δεν υπάρχει γλώσσα. Γι' αυτό το λόγο, δεν μπορούμε να καταλάβουμε τη γλώσσα και τους νόμους της ανάπτυξής της παρά μονάχα μελετώντας τη σε αδιάσπαστη σύνδεση με την ιστορία της κοινωνίας, με την ιστορία του λαού στον οποίο ανήκει η γλώσσα που μελετάμε και που είναι ο δημιουργός και φορέας αυτής της γλώσσας.
Η γλώσσα είναι ένα μέσο, ένα όργανο, που με τη βοήθειά του οι άνθρωποι επικοινωνούν αναμεταξύ τους, ανταλλάσσουν τις σκέψεις τους και φτάνουν στην αμοιβαία κατανόηση. Αμεσα συνδεμένη με τη σκέψη, η γλώσσα καταχωρεί και στερεώνει, στις λέξεις και στους συνδυασμούς των λέξεων σε προτάσεις, τ' αποτελέσματα της δουλιάς της σκέψης, τις επιτυχίες της δουλιάς, της γνώσης του ανθρώπου, και κάνει, έτσι, δυνατή την ανταλλαγή των σκέψεων στην ανθρώπινη κοινωνία.
Η ανταλλαγή των σκέψεων είναι μια μόνιμη και ζωτική ανάγκη, γιατί χωρίς αυτή την ανταλλαγή είναι αδύνατο να συνδυαστούν οι κοινές ενέργειες των ανθρώπων στην πάλη ενάντια στις δυνάμεις της φύσης, στην πάλη για την παραγωγή των απαραίτητων υλικών αγαθών, είναι αδύνατο να εξασφαλιστούν επιτυχίες στην παραγωγική δράση της κοινωνίας και είναι αδύνατη η ίδια η ύπαρξη της κοινωνικής παραγωγής. Επομένως, χωρίς μια γλώσσα κατανοητή για την κοινωνία και κοινή για τα μέλη της, η κοινωνία σταματάει την παραγωγή, διαλύεται και παύει να υπάρχει σαν κοινωνία. Απ' αυτή την άποψη, η γλώσσα, σαν όργανο επικοινωνίας, είναι συνάμα και όργανο πάλης κι ανάπτυξης της κοινωνίας.
Οπως είναι γνωστό, όλες οι λέξεις απ' τις οποίες αποτελείται μια γλώσσα σχηματίζουν, όλες μαζί, αυτό που ονομάζεται λεξιλόγιο της γλώσσας. Το κυριότερο πράγμα στο λεξιλόγιο είναι το βασικό κεφάλαιο λέξεων του λεξιλόγιου, που έχει σαν πυρήνα του όλες τις ρίζες των λέξεων. Είναι πολύ πιο περιορισμένο από το λεξιλόγιο, αλλά ζει πολύ καιρό, επί αιώνες, και χρησιμεύει στη γλώσσα σα βάση για το σχηματισμό νέων λέξεων. Το λεξιλόγιο αντικαθρεφτίζει την κατάσταση της γλώσσας: όσο πιο πλούσιο και πιο πολύμορφο είναι το λεξιλόγιο, τόσο και πιο πλούσια και αναπτυγμένη είναι η γλώσσα.
Ωστόσο, αυτό καθαυτό το λεξιλόγιο, δεν αποτελεί ακόμα τη γλώσσα, είναι μάλλον το οικοδομικό υλικό για τη γλώσσα. Οπως, στην οικοδομική, το οικοδομικό υλικό δεν αποτελεί το χτίριο, αν και χωρίς αυτό είναι αδύνατο να χτιστεί το χτίριο, έτσι και το λεξιλόγιο δεν αποτελεί την ίδια τη γλώσσα, αν και χωρίς αυτό είναι αδύνατο να φανταστείς οποιαδήποτε γλώσσα. Αλλά το λεξιλόγιο αποχτά την πιο μεγάλη σημασία όταν μπαίνει στη διάθεση της γραμματικής, που καθορίζει τους κανόνες της μετατροπής των λέξεων, τους κανόνες του συνδυασμού τους σε προτάσεις, και δίνει, έτσι, στη γλώσσα ένα αρμονικό και λογικό χαραχτήρα. Η γραμματική (μορφολογία, σύνταξη) είναι ένα σύνολο κανόνων για τη μετατροπή των λέξεων και το συνδυασμό τους σε προτάσεις. Επομένως, ακριβώς χάρη στη γραμματική, η γλώσσα αποχτά τη δυνατότητα να ντύσει τις ανθρώπινες σκέψεις με ένα υλικό, γλωσσικό περικάλυμμα.
Το χαραχτηριστικό γνώρισμα της γραμματικής είναι ότι αυτή δίνει τους κανόνες για τη μετατροπή των λέξεων, έχοντας υπ' όψη της όχι συγκεκριμένες λέξεις, αλλά γενικά τις λέξεις, χωρίς κανένα συγκεκριμένο χαραχτήρα. Δίνει τους κανόνες για το σχηματισμό των προτάσεων, έχοντας υπ' όψη της όχι συγκεκριμένες προτάσεις, λ.χ., ένα συγκεκριμένο υποκείμενο, ένα συγκεκριμένο κατηγορούμενο κ.λπ., αλλά γενικά κάθε είδους προτάσεις ανεξάρτητα από τη συγκεκριμένη μορφή της μιας ή της άλλης πρότασης. Επομένως, κάνοντας αφαίρεση του ατομικού και του συγκεκριμένου τόσο στις λέξεις όσο και στις προτάσεις, η γραμματική παίρνει ό,τι γενικό υπάρχει στη βάση της μετατροπής των λέξεων και του συνδυασμού τους σε προτάσεις κι απ' αυτό βγάζει γραμματικούς κανόνες, γραμματικούς νόμους. Η γραμματική είναι το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης εργασίας αφαίρεσης της ανθρώπινης σκέψης, ο δείχτης των τεράστιων επιτυχιών της σκέψης.
Απ' αυτή την άποψη, η γραμματική θυμίζει τη γεωμετρία, που δίνει τους νόμους της, κάνοντας αφαίρεση των συγκεκριμένων αντικειμένων, θεωρώντας τα αντικείμενα σα σώματα στερημένα από κάθε συγκεκριμένο χαραχτήρα, και καθορίζοντας τις αναμεταξύ τους σχέσεις όχι σα συγκεκριμένες σχέσεις ανάμεσα σε συγκεκριμένα αντικείμενα, αλλά σα σχέσεις ανάμεσα σε σώματα, γενικά, που στερούνται από κάθε συγκεκριμένο χαραχτήρα.
Σε διάκριση απ' το εποικοδόμημα, που δε συνδέεται με την παραγωγή άμεσα, αλλά μέσω της οικονομίας, η γλώσσα συνδέεται άμεσα με την παραγωγική δράση του ανθρώπου και με κάθε άλλη δράση, σ' όλες ανεξαίρετα τις σφαίρες της δουλιάς του. Γι' αυτό, το λεξιλόγιο της γλώσσας, που είναι το πιο ευαίσθητο στοιχείο στις μεταβολές, βρίσκεται σχεδόν σε μια κατάσταση αδιάκοπης μεταβολής. Οπότε, η γλώσσα, σε διάκριση απ' το εποικοδόμημα, δε χρειάζεται να περιμένει την εξάλειψη της βάσης του οικοδομήματος, τροποποιεί το λεξιλόγιό της πριν την εξάλειψη της βάσης κι ανεξάρτητα απ' την κατάσταση της βάσης.
Ωστόσο, το λεξιλόγιο της γλώσσας δεν αλλάζει όπως το εποικοδόμημα, με την κατάργηση του παλιού και το χτίσιμο του καινούριου, αλλά με τη συμπλήρωση του υπάρχοντος λεξιλόγιου με νέες λέξεις που γεννήθηκαν σε σύνδεση με τις μεταβολές του κοινωνικού καθεστώτος, με την ανάπτυξη της παραγωγής, την ανάπτυξη του πολιτισμού, της επιστήμης κ.λπ. Παρ' όλο ότι το λεξιλόγιο χάνει συνήθως μια αρκετή ποσότητα λέξεων που πάλιωσαν, όμως πλουτίζεται με μια πολύ μεγαλύτερη ποσότητα καινούριων λέξεων. Οσον αφορά το βασικό κεφάλαιο των λέξεων του λεξιλογίου, αυτό ουσιαστικά διατηρείται και χρησιμεύει σα βάση για το λεξιλόγιο της γλώσσας.
Αυτό είναι ευνόητο. Δεν υπάρχει καμιά ανάγκη να καταστραφεί το βασικό κεφάλαιο των λέξεων του λεξιλόγιου, αν μπορεί να χρησιμοποιηθεί μ' επιτυχία στη διάρκεια μιας σειράς ιστορικών περιόδων, χωρίς να μιλήσουμε για το ότι η καταστροφή του βασικού κεφαλαίου του λεξιλογίου, που συσσωρεύτηκε στη διάρκεια των αιώνων, θα οδηγούσε, μια κι είναι αδύνατο να δημιουργηθεί μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα ένα καινούριο βασικό κεφάλαιο του λεξιλογίου, στην παράλυση της γλώσσας, στην πλέρια αποδιοργάνωση της επικοινωνίας των ανθρώπων.
Το σύστημα γραμματικής της γλώσσας αλλάζει ακόμα πιο αργά απ' ό,τι αλλάζει το βασικό κεφάλαιο του λεξιλογίου. Το σύστημα γραμματικής, επεξεργασμένο στη διάρκεια ολόκληρων εποχών και μπασμένο στη σάρκα και το αίμα της γλώσσας, αλλάζει ακόμα πιο αργά απ' ό,τι αλλάζει το βασικό κεφάλαιο του λεξιλογίου. Παθαίνει, βέβαια, μεταβολές στη διάρκεια του χρόνου, τελειοποιείται, καλυτερεύει και κάνει πιο ακριβείς τους κανόνες του, πλουτίζεται με νέους κανόνες, αλλά οι βάσεις του συστήματος γραμματικής διατηρούνται για ένα πολύ μεγάλο διάστημα, γιατί, όπως δείχνει η ιστορία, μπορούν να εξυπηρετήσουν μ' επιτυχία την κοινωνία στη διάρκεια μιας σειράς εποχών.
Ετσι, το σύστημα γραμματικής της γλώσσας και το βασικό κεφάλαιο του λεξιλογίου της σχηματίζουν τη βάση της γλώσσας, την ουσία του ειδικού χαραχτήρα της.
Η ιστορία δείχνει τη μεγάλη σταθερότητα και την τεράστια αντίσταση της γλώσσας στη βίαιη αφομοίωση. Μερικοί ιστορικοί, αντί να εξηγούν αυτό το φαινόμενο, περιορίζονται στο να εκφράζουν την έκπληξή τους. Αλλά δεν υπάρχει κανείς λόγος για έκπληξη. Η σταθερότητα της γλώσσας εκφράζεται στη σταθερότητα του συστήματος γραμματικής και του βασικού κεφαλαίου του λεξιλογίου της. Επί εκατοντάδες χρόνια, οι Τούρκοι αφομοιωτές προσπαθούσαν ν' ακρωτηριάσουν, να καταστρέψουν και να εξοντώσουν τις γλώσσες των βαλκανικών λαών. Σ' αυτή την περίοδο, το λεξιλόγιο των βαλκανικών λαών έπαθε σοβαρές αλλαγές, υιοθέτησε όχι λίγες τούρκικες λέξεις κι εκφράσεις, υπήρξαν «συγκλίσεις» και «αποκλίσεις», όμως οι βαλκανικές γλώσσες κρατήθηκαν κι επέζησαν. Γιατί; Γιατί το σύστημα γραμματικής και το βασικό κεφάλαιο του λεξιλογίου αυτών των γλωσσών βασικά διατηρήθηκαν.
Απ' όλ' αυτά βγαίνει ότι η γλώσσα, η διάρθρωσή της, δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν προϊόν μιας κάποιας εποχής. Η διάρθρωση της γλώσσας, το σύστημα γραμματικής της και το βασικό κεφάλαιο του λεξιλογίου της είναι προϊόν μιας σειράς εποχών.
Πρέπει να υποθέσουμε ότι τα στοιχεία της σύγχρονης γλώσσας σχηματίστηκαν στην πιο μακρινή αρχαιότητα, πριν τη δουλοχτητική εποχή. Επρόκειτο για μια γλώσσα όχι πολύπλοκη, με πολύ φτωχό λεξιλόγιο, αλλά με δικό της σύστημα γραμματικής, πρωτόγονο βέβαια, πάντως σύστημα γραμματικής.
Η παραπέρα ανάπτυξη της παραγωγής, η εμφάνιση των τάξεων, η εμφάνιση της γραφής, η γέννηση του Κράτους, που χρειάζονταν, για τη διοίκηση, μια λίγο-πολύ ταχτοποιημένη αλληλογραφία, η ανάπτυξη του εμπορίου, που είχε ακόμα περισσότερη ανάγκη από μια ταχτοποιημένη αλληλογραφία, η εμφάνιση του τυπογραφικού πιεστηρίου, η ανάπτυξη της λογοτεχνίας - όλα αυτά έφεραν μεγάλες μεταβολές στην ανάπτυξη της γλώσσας. Στο διάστημα αυτό οι φυλές και οι λαοί κομματιάζονταν και χώριζαν, ανακατεύονταν και διασταυρώνονταν, και, αργότερα, εμφανίστηκαν οι εθνικές γλώσσες και τα εθνικά κράτη, έγιναν επαναστατικές ανατροπές, τα παλιά κοινωνικά καθεστώτα αντικαταστάθηκαν με καινούρια. Ολ' αυτά επέφεραν ακόμα περισσότερες μεταβολές στη γλώσσα και την ανάπτυξή της.
Θα ήταν μεγάλο σφάλμα να νομίσει κανείς ότι η ανάπτυξη της γλώσσας έγινε με τον ίδιο τρόπο που έγινε κι η ανάπτυξη του εποικοδομήματος: με την καταστροφή αυτού που υπήρχε και το χτίσιμο του καινούριου. Στην πραγματικότητα, η ανάπτυξη της γλώσσας δεν έγινε με την καταστροφή της υπάρχουσας γλώσσας και το σχηματισμό μιας νέας γλώσσας, αλλά με την ανάπτυξη και την τελειοποίηση των βασικών στοιχείων της υπάρχουσας γλώσσας. Ας σημειώσουμε ότι το πέρασμα απ' τη μια ποιότητα της γλώσσας σε άλλη ποιότητα έγινε, όχι με απότομη έκρηξη, όχι με τη μονομιάς καταστροφή του παλιού και το χτίσιμο του καινούριου, αλλά με μια βαθμιαία και παραταμένη συσσώρευση των στοιχείων μιας νέας ποιότητας, μιας νέας διάρθρωσης της γλώσσας, με τη βαθμιαία απονέκρωση των στοιχείων της παλιάς ποιότητας.
Λένε ότι η θεωρία της ανάπτυξης των γλωσσών κατά στάδια είναι μια μαρξιστική θεωρία γιατί αναγνωρίζει την αναγκαιότητα των απότομων εκρήξεων σαν όρο για το πέρασμα της γλώσσας απ' την παλιά ποιότητα στη νέα ποιότητα. Αυτό βέβαια δεν είναι σωστό, γιατί είναι δύσκολο να βρεις κάτι το μαρξιστικό σ' αυτή τη θεωρία. Κι αν η θεωρία της ανάπτυξης κατά στάδια αναγνωρίζει πραγματικά τις απότομες εκρήξεις στην ιστορία της ανάπτυξης της γλώσσας, τόσο το χειρότερο γι' αυτή. Ο μαρξισμός δεν παραδέχεται απότομες εκρήξεις στην ανάπτυξη της γλώσσας, ξαφνικό θάνατο της υπάρχουσας γλώσσας, ούτε ξαφνικό σχηματισμό μιας νέας γλώσσας. Ο Λαφάργκ δεν είχε δίκιο όταν μιλούσε για μια «απότομη γλωσσική επανάσταση που έγινε ανάμεσα στα χρόνια 1789 και 1794 στη Γαλλία» (δες την μπροσούρα του Λαφάργκ: «Η γαλλική γλώσσα πριν και μετά την Επανάσταση»). Καμιά γλωσσική επανάσταση, και μάλιστα ξαφνική, δεν έγινε τότε στη Γαλλία. Βέβαια, σ' αυτή την περίοδο, το λεξιλόγιο της γαλλικής γλώσσας πλουτίστηκε με νέες λέξεις κι εκφράσεις, έχασε μια αρκετή ποσότητα παλιωμένων λέξεων, μερικές λέξεις του άλλαξαν έννοια - αυτό ήταν όλο. Αλλά τέτοιες αλλαγές με κανέναν τρόπο δεν αποφασίζουν για την τύχη της γλώσσας. Το κυριότερο σε μια γλώσσα είναι το σύστημα γραμματικής και το βασικό κεφάλαιο του λεξιλογίου της. Ομως το σύστημα γραμματικής και το βασικό κεφάλαιο του λεξιλογίου της γαλλικής γλώσσας όχι μόνο δεν εξαφανίστηκαν στην περίοδο της γαλλικής αστικής επανάστασης, αλλά διατηρήθηκαν χωρίς σημαντικές αλλαγές, κι όχι μόνο διατηρήθηκαν αλλά εξακολουθούν να ζουν και σήμερα στη σύγχρονη γαλλική γλώσσα. Δε μιλώ για το γεγονός ότι για την εξάλειψη μιας υπάρχουσας γλώσσας και το σχηματισμό μιας νέας εθνικής γλώσσας (απότομη γλωσσική επανάσταση), ένα διάστημα πεντέξι χρόνων είναι σε γελοίο βαθμό μικρό - γι' αυτό χρειάζονται ολόκληροι αιώνες.
Ο μαρξισμός θεωρεί ότι το πέρασμα μιας γλώσσας απ' την παλιά ποιότητα στη νέα γίνεται όχι με έκρηξη, όχι με την καταστροφή της υπάρχουσας γλώσσας και το σχηματισμό νέας γλώσσας, αλλά με τη βαθμιαία συσσώρευση των στοιχείων της νέας ποιότητας, συνεπώς με τη βαθμιαία απονέκρωση των στοιχείων της παλιάς ποιότητας.
Γενικά, πρέπει να πούμε, προς γνώση των συντρόφων που τους αρέσουν οι εκρήξεις, ότι ο νόμος για το πέρασμα της παλιάς ποιότητας στη νέα, με έκρηξη, όχι μόνο δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην ιστορία της ανάπτυξης της γλώσσας, αλλά κι ακόμα ότι ο νόμος αυτός δεν εφαρμόζεται πάντα στ' άλλα κοινωνικά φαινόμενα, είτε πρόκειται για τη βάση είτε για το εποικοδόμημα. Είναι υποχρεωτικός για μια κοινωνία χωρισμένη σε εχθρικές τάξεις. Αλλά δεν είναι καθόλου υποχρεωτικός για μια κοινωνία χωρίς εχθρικές τάξεις. Μέσα σε μια περίοδο 8-10 χρόνων, πραγματοποιήσαμε, στην αγροτική οικονομία της χώρας μας, το πέρασμα από το καθεστώς του αστικού ατομικού - αγροτικού νοικοκυριού, στο σοσιαλιστικό, στο κολχόζνικο καθεστώς. Ηταν μια επανάσταση που επέφερε την εξάλειψη του παλιού αστικού οικονομικού καθεστώτος στο χωριό και δημιούργησε ένα νέο, σοσιαλιστικό καθεστώς. Ωστόσο, αυτή η ανατροπή δεν έγινε με έκρηξη, δηλαδή με την ανατροπή της υπάρχουσας εξουσίας και τη δημιουργία μιας νέας εξουσίας, αλλά μ' ένα βαθμιαίο πέρασμα από το παλιό αστικό καθεστώς στο χωριό, στο καινούριο καθεστώς. Αλλά αυτό μπόρεσε να γίνει, γιατί επρόκειτο για μια επανάσταση απ' τα πάνω, γιατί η ανατροπή πραγματοποιήθηκε με την πρωτοβουλία της υπάρχουσας εξουσίας, με την υποστήριξη των βασικών μαζών της αγροτιάς.
Λένε ότι πολυάριθμα γεγονότα διασταύρωσης γλωσσών, που σημειώθηκαν στην ιστορία, μας κάνουν να υποθέσουμε ότι κατά τη διασταύρωση αυτή σχηματίζεται, με έκρηξη, μια νέα γλώσσα, με το απότομο πέρασμα της παλιάς ποιότητας στη νέα ποιότητα. Αυτό είναι απόλυτα λαθεμένο.
Η διασταύρωση των γλωσσών δεν μπορεί να θεωρηθεί σα μια μοναδική πράξη ενός αποφασιστικού χτυπήματος που τα αποτελέσματά του γίνονται αισθητά μέσα σε κάμποσα χρόνια. Η διασταύρωση των γλωσσών είναι ένα μακρόχρονο προτσές που συνεχίζεται εκατοντάδες χρόνια. Γι' αυτό εδώ δεν μπορεί να γίνει λόγος για κανενός είδους εκρήξεις.
Παρακάτω. Θα ήταν ολότελα λαθεμένο το να υποθέσει κανείς ότι σαν αποτέλεσμα της διασταύρωσης, λ.χ., δυο γλωσσών, γεννιέται μια νέα τρίτη γλώσσα που δε μοιάζει με καμιά απ' τις γλώσσες που διασταυρώθηκαν και διαφέρει ποιοτικά απ' την καθεμιά απ' αυτές. Στην πραγματικότητα, κατά τη διασταύρωση, νικάει συνήθως η μια από τις γλώσσες, διατηρεί το σύστημα της γραμματικής, διατηρεί το βασικό κεφάλαιο του λεξιλογίου της και συνεχίζει ν' αναπτύσσεται σύμφωνα με τους εσωτερικούς νόμους της ανάπτυξής της, ενώ η άλλη γλώσσα χάνει βαθμιαία την ποιότητά της και πεθαίνει σιγά-σιγά.
Συνεπώς, η διασταύρωση δε δίνει μια τρίτη γλώσσα, μια καινούρια γλώσσα, αλλά διατηρεί μια από τις γλώσσες, διατηρεί το σύστημα της γραμματικής και το βασικό κεφάλαιο του λεξιλογίου της και της δίνει τη δυνατότητα ν' αναπτυχθεί σύμφωνα με τους εσωτερικούς νόμους της ανάπτυξής της.
Είναι αλήθεια ότι αυτό πλουτίζει, σ' ένα κάποιο βαθμό, το λεξιλόγιο της νικήτριας γλώσσας σε βάρος της ηττημένης γλώσσας, όμως αυτό δεν την εξασθενεί, αλλά τη δυναμώνει.
Ετσι συνέβηκε, π.χ., με τη ρωσική γλώσσα, που μαζί της διασταυρώθηκαν στην πορεία της ιστορικής ανάπτυξης οι γλώσσες πολλών άλλων λαών και που έβγαινε πάντα νικήτρια.
Βέβαια, το λεξιλόγιο της ρούσικης γλώσσας συμπληρώθηκε σ' αυτό το διάστημα, σε βάρος του λεξιλογίου των άλλων γλωσσών, αλλά αυτό όχι μόνο δεν εξασθένισε τη ρούσικη γλώσσα, αλλά αντίθετα την πλούτισε και τη δυνάμωσε.
Οσον αφορά την εθνική αυτοτέλεια της ρούσικης γλώσσας, δεν έπαθε την παραμικρή ζημιά, γιατί έχοντας διατηρήσει το σύστημα της γραμματικής και το βασικό κεφάλαιο του λεξιλογίου της, η ρούσικη γλώσσα συνέχισε να προοδεύει και να τελειοποιείται σύμφωνα με τους εσωτερικούς νόμους της ανάπτυξής της.
Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η θεωρία της διασταύρωσης δεν μπορεί να δώσει τίποτα το σοβαρό στη σοβιετική γλωσσολογία. Αν είναι αλήθεια ότι η γλωσσολογία έχει σα βασικό καθήκον τη μελέτη των εσωτερικών νόμων της ανάπτυξης της γλώσσας, θα πρέπει ν' αναγνωρίσουμε ότι η θεωρία της διασταύρωσης όχι μονάχα δε λύνει αυτό το πρόβλημα, αλλά και ούτε καν το τοποθετεί: απλούστατα δεν το παρατηρεί είτε δεν το καταλαβαίνει.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Ενήργησε σωστά η «Πράβντα» που άνοιξε μια ελεύθερη συζήτηση για τα ζητήματα της γλωσσολογίας;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Σωστά ενήργησε.
Προς ποια κατεύθυνση θα λυθούν τα ζητήματα της γλωσσολογίας αυτό θα φανεί καθαρά στο τέλος της συζήτησης. Ομως μπορούμε να πούμε από τώρα ότι η συζήτηση αυτή έφερε μεγάλο όφελος.
Η συζήτηση διασαφήνισε, πρώτ' απ' όλα, ότι στα ιδρύματα της γλωσσολογίας, τόσο στο κέντρο όσο και στις δημοκρατίες, κυριαρχούσε ένα καθεστώς που είναι ασυμβίβαστο με την επιστήμη και τους ανθρώπους της επιστήμης. Η παραμικρότερη κριτική της κατάστασης που υπήρχε στη σοβιετική γλωσσολογία, ακόμα και οι πιο δειλές απόπειρες να κριτικαριστεί η ονομαζόμενη «νέα διδασκαλία» στη γλωσσολογία, καταδιώκονταν και στραγγαλίζονταν από μέρους των καθοδηγητικών κύκλων της γλωσσολογίας. Για μια στάση κριτικής απέναντι στην κληρονομιά του Ν. Γ. Μαρ, για την παραμικρότερη αποδοκιμασία της διδασκαλίας του Ν. Γ. Μαρ, απολύανε ή υποβίβαζαν απ' τις θέσεις τους εργάτες και ερευνητές αξίας στον τομέα της γλωσσολογίας. Οι γλωσσολόγοι προωθούνταν σε υπεύθυνες θέσεις όχι σύμφωνα με την επίδοση στη δουλιά τους, αλλά με το αν παραδέχονταν ανεπιφύλαχτα τη διδασκαλία του Ν. Γ. Μαρ.
Είναι γενικά αναγνωρισμένο ότι καμιά επιστήμη δεν μπορεί ν' αναπτυχθεί και να ευδοκιμήσει χωρίς μια πάλη γνωμών, χωρίς ελευθερία κριτικής. Ομως αυτός ο γενικά αναγνωρισμένος κανόνας, αγνοούνταν και ποδοπατούνταν χωρίς προσχήματα. Είχε δημιουργηθεί μια κλειστή ομάδα αλάνθαστων καθοδηγητών, που αφού εξασφάλισαν τους εαυτούς τους ενάντια σε κάθε πιθανή κριτική, ενεργούσαν αυθαίρετα και ασχημονούσαν.
Ενα από τα παραδείγματα: Ο ονομαζόμενος «Κύκλος Μαθημάτων του Μπακού» (διαλέξεις που έκανε ο Ν. Γ. Μαρ στο Μπακού), που ο ίδιος ο συγγραφέας τον θεώρησε ακατάλληλο και απαγόρευσε την επανέκδοσή του, επανεκδόθηκε μολαταύτα με διαταγή της κάστας των καθοδηγητών (ο σύντροφος Μεστσανίνοφ τους ονομάζει «μαθητές» του Ν. Γ. Μαρ) και συμπεριλήφθηκε χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη στον κατάλογο των διδαχτικών βιβλίων για τους σπουδαστές. Αυτό σημαίνει ότι εξαπατούσαν τους σπουδαστές παρουσιάζοντάς τους ένα «Κύκλο μαθημάτων» που θεωρήθηκε ακατάλληλος, σαν ένα βιβλίο που διατηρεί όλη του την αξία. Αν δεν ήμουν πεισμένος για την τιμιότητα του Μεστσανίνοφ και των άλλων παραγόντων της γλωσσολογίας, θα έλεγα ότι μια τέτοια στάση ισοδυναμεί με σαμποτάζ.
Πώς μπόρεσε να συμβεί ένα τέτοιο πράγμα; Συνέβηκε γιατί το καθεστώς του Αρακτσέγιεφ, που δημιουργήθηκε στη γλωσσολογία, καλλιεργεί την ανευθυνότητα και ενθαρρύνει αυτές τις ασχήμιες.
Η συζήτηση αποδείχτηκε εξαιρετικά χρήσιμη, πρώτ' απ' όλα γιατί έφερε στο φως της μέρας αυτό το καθεστώς του Αρακτσέγιεφ και το 'κανε θρύψαλα. Αλλά το όφελος της συζήτησης δεν εξαντλείται μ' αυτό. Η συζήτηση όχι μονάχα σύντριψε το παλιό καθεστώς που υπήρχε στη γλωσσολογία, αλλά και φανέρωσε την απίστευτη σύγχυση που βασιλεύει στα σοβαρότατα ζητήματα της γλωσσολογίας, ανάμεσα στους καθοδηγητικούς κύκλους αυτού του κλάδου της επιστήμης. Πριν αρχίσει η συζήτηση, σιωπούσαν και αποσιωπούσαν την όχι καλή κατάσταση που υπήρχε στη γλωσσολογία. Οταν όμως άρχισε η συζήτηση, ήταν πια αδύνατο να σιωπήσουν, αναγκάστηκαν να εκφράσουν τις απόψεις τους από τις στήλες του Τύπου. Και λοιπόν; Φάνηκε ότι στη διδασκαλία του Ν. Γ. Μαρ υπάρχει μια ολάκερη σειρά από χάσματα, λάθη, απροσδιόριστα προβλήματα, ανεπεξέργαστες θέσεις. Αναρωτιέται κανείς γιατί οι «μαθητές» του Ν. Γ. Μαρ άρχισαν να μιλούν για όλα αυτά, μόνο τώρα, ύστερ' από το άνοιγμα της συζήτησης; Γιατί δε νοιάστηκαν γι' αυτό νωρίτερα; Γιατί έγκαιρα δεν είπαν τίποτα, τίμια και ανοιχτά όπως αρμόζει στους ανθρώπους της επιστήμης;
Αφού αναγνώρισαν «μερικά» λάθη του Ν. Γ. Μαρ, οι «μαθητές» του Ν. Γ. Μαρ πιστεύουν, φαίνεται, ότι δεν μπορούμε να αναπτύξουμε παραπέρα τη σοβιετική γλωσσολογία παρά μόνο πάνω στη βάση της «ξεκαθαρισμένης» θεωρίας του Ν. Γ. Μαρ, που τη θεωρούν σα μαρξιστική θεωρία. Οχι δα, γλιτώστε μας απ' το «μαρξισμό» του Ν. Γ. Μαρ. Ο Ν. Γ. Μαρ θέλησε πραγματικά να γίνει μαρξιστής, προσπάθησε να γίνει, αλλά δεν τα κατάφερε. Το μόνο που έκανε ήταν το να παρα-απλοποιήσει και να εκχυδαΐσει το μαρξισμό σαν τους ανθρώπους του «Προλετκτούλτ» και του «Ραπ».
Ο Ν. Γ. Μαρ εισήγαγε στη γλωσσολογία τη λαθεμένη μη μαρξιστική θέση που εξετάζει τη γλώσσα σαν εποικοδόμημα, μπερδεύτηκε μ' αυτή και μπέρδεψε και τη γλωσσολογία. Είναι αδύνατο ν' αναπτυχθεί η σοβιετική γλωσσολογία στη βάση μιας λαθεμένης θέσης.
Ο Ν. Γ. Μαρ εισήγαγε στη γλωσσολογία μια άλλη θέση, επίσης λαθεμένη και μη μαρξιστική, για τον «ταξικό χαρακτήρα» της γλώσσας, μπερδεύτηκε και μπέρδεψε και τη γλωσσολογία. Είναι αδύνατο ν' αναπτυχθεί η σοβιετική γλωσσολογία στη βάση μιας λαθεμένης θέσης, που έρχεται σ' αντίθεση μ' όλη την πορεία της ιστορίας των λαών και των γλωσσών.
Ο Ν. Γ. Μαρ εισήγαγε στη γλωσσολογία έναν τόνο που χαρακτηρίζεται από έλλειψη μετριοφροσύνης, από την αυτοϊκανοποίηση, την υπεροψία, έναν τόνο που δεν ανήκει στο μαρξισμό και που οδήγησε στην ξεκάθαρη και ασυλλόγιστη άρνηση όλου αυτού που υπήρχε στη γλωσσολογία πριν τον Ν. Γ. Μαρ.
Ο Ν. Γ. Μαρ δυσφημίζει θορυβώδικα τη συγκριτική - ιστορική μέθοδο χαρακτηρίζοντάς τη σαν «ιδεαλιστική». Ωστόσο, πρέπει να πούμε ότι η συγκριτική - ιστορική, μέθοδος, παρά τις σοβαρές ελλείψεις της, είναι οπωσδήποτε καλύτερη από την πραγματικά ιδεαλιστική ανάλυση των τεσσάρων στοιχείων του Ν. Γ. Μαρ, γιατί η πρώτη σπρώχνει στη δουλιά, στη μελέτη των γλωσσών, ενώ η δεύτερη δε σπρώχνει παρά στο να κάθεσαι κοντά στη σόμπα και να κοιτάζεις τη μοίρα στο φλιτζάνι του καφέ, γύρω απ' τα περιβόητα τέσσερα στοιχεία.
Ο Ν. Γ. Μαρ χαρακτηρίζει με υπεροψία κάθε απόπειρα να μελετηθούν οι ομάδες (οι οικογένειες) των γλωσσών σαν εκδήλωση της θεωρίας της «πρωταρχικής (μητέρας) γλώσσας».
Ωστόσο, δεν μπορεί κανείς ν' αρνηθεί ότι η γλωσσική συγγένεια τέτοιων εθνών, όπως οι Σλάβοι π.χ., δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ότι η μελέτη της γλωσσικής συγγένειας αυτών των εθνών θα ήταν πολύ χρήσιμη για τη μελέτη των νόμων της ανάπτυξης της γλώσσας. Ούτε λόγος να γίνεται για το ότι η θεωρία της «πρωταρχικής (μητέρας) γλώσσας» δεν έχει καμιά σχέση μ' αυτή την υπόθεση.
Ακούγοντας τον Ν. Γ. Μαρ και προπαντός τους «μαθητές» του, θα μπορούσε κανείς να πιστέψει ότι, πριν τον Ν. Γ. Μαρ, δεν υπήρχε καμιά γλωσσολογία, ότι η γλωσσολογία άρχισε με τη «νέα διδασκαλία» του Ν. Γ. Μαρ. Ο Μαρξ κι ο Ενγκελς ήταν πολύ πιο μετριόφρονες: θεωρούσαν ότι ο διαλεχτικός υλισμός τους είναι προϊόν της ανάπτυξης των επιστημών, συμπεριλαμβανομένης της φιλοσοφίας, στη διάρκεια της προηγούμενης περιόδου.
Ετσι, η συζήτηση βοήθησε στο ξεσκέπασμα των ιδεολογικών κενών που υπάρχουν στη σοβιετική γλωσσολογία.
Πιστεύω ότι όσο πιο γρήγορα ελευθερωθεί η γλωσσολογία μας από τα λάθη του Ν. Γ. Μαρ, τόσο πιο γρήγορα θα μπορέσει αυτή να βγει από την κρίση που περνάει σήμερα.
Η εξάλειψη του καθεστώτος του Αρακτσέγιεφ στη γλωσσολογία, η απάρνηση των λαθών του Ν. Γ. Μαρ, η εισαγωγή του μαρξισμού στη γλωσσολογία - αυτός είναι, κατά τη γνώμη μου, ο δρόμος με τον οποίο θα μπορούσε να εξυγιανθεί η σοβιετική γλωσσολογία.


Δεν υπάρχουν σχόλια: