Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012

Η βαθιά κρίση αφήνει όλα τα σενάρια ανοιχτά

Αναδημοσίευση από Ριζοσπάστη
Δυναμώνει η συζήτηση για το ενδεχόμενο αποπομπής της Ελλάδας από το ευρώ
Οι εξελίξεις σε Ελλάδα, Πορτογαλία και Ισπανία επιβεβαιώνουν τις δυσκολίες των αστικών επιτελείων να διαχειριστούν ελεγχόμενα την κρίση

Associated Press
Κλιμακούμενες αναταράξεις, ανταγωνισμούς και σενάρια συνεχίζουν να προκαλούν τα ζόρια στην αστική διαχείριση της κρίσης, επαληθεύοντας ότι για το λαό δεν μπορεί να υπάρξει διέξοδος από τη βαρβαρότητα στο πλαίσιο της καπιταλιστικής ΕΕ και της κυριαρχίας των μονοπωλίων.
Οπως αποκάλυψε χτες η εφημερίδαIndependent, επικαλούμενη βρετανικές πηγές, η κυβέρνηση Ομπάμα φέρεται να πιέζει τις χώρες της Ευρωζώνης να αναβάλλουν τυχόν αρνητικές αποφάσεις για την Ελλάδα, δηλαδή ενδεχόμενη έξοδο από το ευρώ, για μετά τις προεδρικές εκλογές στις 6 Νοέμβρη.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, Αμερικανοί αξιωματούχοι ανησυχούν ότι αν οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης αποφασίσουν (μετά το Γιούρογκρουπ στις 8 Οκτώβρη) ότι η Ελλάδα δεν έχει κάνει αρκετά ώστε να επιτύχει τους στόχους για τη μείωση του ελλείμματος και δεν δώσουν τη δόση του δανείου, ύψους 31 δισ. ευρώ, αυτό αυτομάτως θα οδηγήσει την Ελλάδα εκτός ευρώ, λίγες βδομάδες πριν τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές.
Οι αξιωματούχοι αυτοί φέρεται να ζητούν από τις χώρες της Ευρωζώνης να αναβάλλουν το ενδεχόμενο να λάβουν δραστικά μέτρα πριν τις 6 Νοέμβρη, καθώς φοβούνται ότι η αποσταθεροποίηση που θα προκληθεί στις αγορές ίσως πλήξει την προσπάθεια επανεκλογής του Μπ. Ομπάμα στην προεδρία των ΗΠΑ.
Στην πραγματικότητα, οι ΗΠΑ επιχειρούν για λογαριασμό των μονοπωλίων τους να παρέμβουν στη διαχείριση της κρίσης στην Ευρωζώνη, όπως έδειξε και η πρόσφατη τηλεφωνική επικοινωνία του Μπ. Ομπάμα με τον Βρετανό πρωθυπουργό Ντ. Κάμερον, όπου οι δυο τους καλωσόρισαν τη δέσμευση της ΕΚΤ να κάνει ό,τι μπορεί για να στηρίξει το ευρώ.
Είναι φανερό από τα παραπάνω ότι η παραμονή ή όχι της Ελλάδας στο ευρώ δεν έχει σε τίποτα να κάνει με το μέγεθος των θυσιών, που επιβάλλουν στο λαό τα κόμματα του κεφαλαίου, αλλά από την εξέλιξη της βαθιάς κρίσης και το τι συμφέρει τα ισχυρά και ανταγωνιζόμενα μεταξύ τους ιμπεριαλιστικά κέντρα. Καθόλου τυχαία, άλλωστε, τα σενάρια για το μέλλον της Ελλάδας στην Ευρωζώνη και την τύχη συνολικά του ευρώ, συντηρεί και η Γερμανία, με τον πλέον επίσημο τρόπο.
Σύμφωνα με δημοσίευμα στους Financial Times Deutschland, ομάδα εργασίας που έχει συσταθεί με επικεφαλής τον υφυπουργό Οικονομικών, φέρεται να εξετάζει το πιθανό κόστος που θα προκαλούσε τυχόν έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ. Σύμφωνα με πηγές του υπουργείου Οικονομικών που επικαλείται η εφημερίδα, η απόφαση για τη δημιουργία της ομάδας εργασίας δείχνει ότι η Α. Μέρκελ και ο Β. Σόιμπλε θέλουν να είναι προετοιμασμένοι για κάθε πιθανό «αρνητικό σενάριο».
«Οι συνάδελφοι πραγματοποιούν υπολογισμούς για τις οικονομικές επιπτώσεις (μιας εξόδου) και εξετάζουν πώς μπορεί να αποφευχθεί το φαινόμενο του ντόμινο σε άλλες χώρες της Ευρωζώνης», φέρεται να δήλωσαν αυτές οι πηγές. Στην ομάδα εργασίας συμμετέχουν 10 αξιωματούχοι του υπουργείου Οικονομικών με επικεφαλής τον υφυπουργό Τόμας Στέφεν, μέλος του κόμματος της Μέρκελ.
Σημειώνεται, πάντως, ότι εκπρόσωπος του υπουργείου Οικονομικών που ρωτήθηκε σχετικά, είπε στην εφημερίδα ότι η κυβέρνηση πρέπει να προετοιμάζεται για όλα, συμπεριλαμβανομένων και των «απίθανων»σεναρίων.
Διαχειριστικά ζόρια παντού
Στον απόηχο εξάλλου της χθεσινής συνάντησης Μέρκελ - Σαμαρά, ο εκπρόσωπος του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών Μ. Κότχαους, δήλωσε χτες ότι ο όρος που υπάρχει στο ελληνικό μνημόνιο και αναφέρει ότι δίνεται περισσότερος χρόνος για την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων σε περίπτωση μεγαλύτερης του αναμενόμενου ύφεσης, «δεν έχει νομικά δεσμευτική ισχύ».
Από την πλευρά του, ο επικεφαλής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας των Χριστιανοδημοκρατών (CDU), Β. Κάουντερ, δήλωσε ότι δεν υπάρχει περιθώριο επαναδιαπραγμάτευσης του μνημονίου, τόσο σε ό,τι αφορά το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης, όσο και στο περιεχόμενο των μέτρων. «Ποτέ δεν ήταν πιο σαφές ότι σε αυτή την κατάσταση (σ.σ. η επαναδιαπραγμάτευση) σημαίνει περισσότερο χρήμα και δεν μπορούμε να διαθέσουμε περισσότερα χρήματα» δήλωσε, σύμφωνα με το Ρόιτερς.
«Η θέση μου είναι πως δεν μπορούμε να επαναδιαπραγματευτούμε ούτε τα χρονικά περιθώρια ούτε το περιεχόμενο. Η Ελλάδα θα πρέπει να ανταποκριθεί πρώτα στις δεσμεύσεις της» πρόσθεσε ο ίδιος, δίνοντας το περιεχόμενο της συνάντησης Μέρκελ - Σαμαρά που ακολούθησε. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι η έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη «δεν θα ήταν πρόβλημα για το ευρώ».
Τη δύσκολη θέση που βρίσκεται η αστική τάξη στην Ευρωζώνη, στην προσπάθειά της να διαχειριστεί ελεγχόμενα τη βαθιά κρίση, φανερώνουν και οι εξελίξεις στην Πορτογαλία, η οποία μέχρι πριν από λίγους μήνες παρουσιαζόταν σαν «πρότυπο» για τις αντιλαϊκές μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο του δικού της μνημονίου, για δάνειο ύψους 78 δισ. ευρώ από την τρόικα.
Σύμφωνα με πηγή του υπουργείου Οικονομικών της χώρας, η Πορτογαλία βρίσκεται αντιμέτωπη με μία σημαντική πτώση των εσόδων από τη φορολογία, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει την κυβέρνηση είτε στη λήψη νέων μέτρων λιτότητας, είτε στην αναθεώρηση του στόχου για μείωση φέτος του ελλείμματος στο 4,5% του ΑΕΠ.
Σε ό,τι αφορά την Ισπανία, Μέρκελ και Ολάντ συμφώνησαν να ζητήσουν γρήγορα τα αποτελέσματα του ελέγχου που πραγματοποιήθηκε για την κατάσταση των ισπανικών τραπεζών. Η Ισπανία έχει ήδη ζητήσει οικονομική βοήθεια ύψους 100 δισ. ευρώ για τη στήριξη των τραπεζών της. Σύμφωνα με άρθρο του Ρόιτερς, η χώρα βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με τους εταίρους της στην Ευρωζώνη για τους όρους παροχής βοήθειας συνολικά για την οικονομία της και όχι μόνο για τη στήριξη των τραπεζών της.
Σε συνέχεια των συναντήσεων ανάμεσα σε ηγέτες της Ευρωζώνης, με στόχο την αναζήτηση ενός νέου συμβιβασμού στη διαχείριση της κρίσης, ο Ιταλός πρωθυπουργός Μ. Μόντι θα υποδεχτεί στις 4 Σεπτεμβρίου στη Ρώμη τον Γάλλο πρόεδρο Φ. Ολάντ. Ομοίως, ο Ισπανός πρωθυπουργός Μ. Ραχόι θα επισκεφθεί στις 6 Σεπτεμβρίου το Βερολίνο και στις 20 Σεπτεμβρίου τη Ρώμη.
Παζαρεύουν το ρόλο της ΕΚΤ
Μέσα σ' αυτό το κλίμα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εξετάζει τo ενδεχόμενο να θέσει ένα όριο στη διαμόρφωση των επιτοκίων δανεισμού, όταν θα παρεμβαίνει στις αγορές ομολόγων, το οποίο θα διατηρήσει μυστικό, ανέφεραν πηγές της τράπεζας στο Ρόιτερς. Η Τράπεζα εξετάζει ένα τέτοιο «έμμεσο στόχο», ως εναλλακτική λύση, αλλά καμία σχετική απόφαση δεν θα ληφθεί πριν την συνεδρίαση της κεντρικής τράπεζας στις 6 Σεπτέμβρη.
Ο πρόεδρος της ΕΚΤ, Μ. Ντράγκι, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο νωρίτερα τον Αύγουστο η τράπεζα να προβεί στην αγορά κρατικών ομολόγων για να μειώσει το κόστος δανεισμού στην Ισπανία και την Ιταλία. Οι δηλώσεις του όμως συνάντησαν την αντίδραση της Γερμανίας, που βλέπει να χάνει ένα από τα συγκριτικά πλεονεκτήματα στον ανταγωνισμό εντός Ευρωζώνης, όπως είναι αυτό, του χαμηλού κόστους δανεισμού.
Επικαλούμενη άλλες πηγές, η Die Welt ανέφερε την Πέμπτη ότι ορισμένοι κεντρικοί τραπεζίτες είναι υπέρ της θέσπισης ορίου στα «σπρεντ» και όχι στο επιτόκιο δανεισμού. Αυτό σημαίνει ότι η ΕΚΤ θα έθετε εσωτερικό όριο στο ύψος των επιτοκίων των περιφερειακών χρεών σε σχέση με το επιτόκιο αναφοράς των γερμανικών ομολόγων. Σχολιάζοντας το άρθρο, η ΕΚΤ είπε πως είναι παραπλανητικό να αναφέρονται αποφάσεις που δεν έχουν ακόμα ληφθεί.
Σύμφωνα με άλλο σενάριο που διακινεί το Ρόιτερς, η «λύση» που συζητείται είναι το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) να αγοράσει κυβερνητικά ομόλογα στην πρωτογενή αγορά, ενώ η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα παρεμβαίνει στη δευτερογενή αγορά.
Παρόμοια είναι η θέση και του επικεφαλής του EFSF, ο οποίος δήλωσε χτες ότι το ταμείο θα μπορούσε να εξετάσει την επιλογή να αγοράζει κυβερνητικά ομόλογα στην πρωτογενή αγορά. «Αυτή είναι μια ιδέα που δεν έχει ακόμα συζητηθεί από το Γιούρογκρουπ, αλλά είναι ένα πιθανό μοντέλο», δήλωσε ο Κ. Ρέγκλιγκ,απαντώντας σε ερωτήσεις στο πλαίσιο διάλεξης στη Σιγκαπούρη.
Πρόσθεσε ότι το EFSF και ο διάδοχός του, ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM), θα μπορούσαν να διαθέσουν χρηματοδότηση στο πλαίσιο ενός προγράμματος προσαρμογής μιας χώρας, αγοράζοντας ομόλογα στην πρωτογενή αγορά, με την ΕΚΤ να παρεμβαίνει στη δευτερογενή αγορά. Μια τέτοια παρέμβαση θα απαιτούσε «συμφωνία με τη χώρα, ένα μνημόνιο αμοιβαίας κατανόησης, που θα περιγράφει όλες τις λεπτομέρειες».
Θα συνοδεύεται δηλαδή από μνημόνιο με νέα αντιλαϊκά μέτρα, καθώς, σύμφωνα με τον Ρέγκλιγκ, η συμφωνία«θα διασφαλίζει πως η χώρα θα αναλαμβάνει την υλοποίηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων αφού αυτό θα είναι προϋπόθεση για τη στήριξη».

Δεν υπάρχουν σχόλια: