Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

Ρεφορμισμός και «κοινωνική οικονομία»

Tην προηγούμενη βδομάδα σε άρθρο μας σχολιάζαμε την τοποθέτηση του Γ. Δραγασάκη, στελέχους του ΣΥΡΙΖΑ, περί μεταρρυθμίσεων. Σημειώναμε μάλιστα ότι ένας από τους βασικούς άξονες είναι, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Γ. Δ.: «Θεσμικό πλαίσιο για την ανάπτυξη της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, για την ατομική και συλλογική αυτενέργεια, την αυτοδιαχείριση και τον κοινωνικό πειραματισμό, για την ανάπτυξη των κοινών και δημόσιων αγαθών, για την ελεύθερη πρόσβαση στη συλλογική κοινωνική γνώση».
Το ερώτημα που προκύπτει είναι ότι μήπως αυτή η θέση εμπεριέχει στην πραγματικότητα και τη δυνατότητα φιλολαϊκής μεταρρύθμισης του συστήματος; Μήπως υπάρχουν ακόμα περιθώρια βελτίωσής του προς όφελος των εργαζομένων ή ακόμα και ξεπεράσματός του και πρώτα απ' όλα της οικονομικής ουσίας του μέσα από μια σειρά «κοινωνικούς πειραματισμούς»;

Mε τον όρο «κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία» προσδιορίζεται μια «ιδιαίτερης μορφής» παραγωγική - οικονομική δραστηριότητα που δεν θα είναι ούτε ιδιωτική ούτε κρατική. Μια παραγωγή που δεν έχει ως σκοπό το κέρδος αλλά θα λειτουργεί ανταγωνιστικά και στην ιδιωτική - καπιταλιστική και την κρατική. Βεβαίως, αξίζει να σημειώσουμε ότι για τους θιασώτες της «κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας» η μορφή της ιδιοκτησίας αποσπάται από το περιεχόμενό της που είναι οι σχέσεις παραγωγής. Ετσι, ως καπιταλιστική παραγωγή θεωρείται μόνο η ιδιωτική, η κρατική παραγωγή δεν θεωρείται καπιταλιστική, παρότι λειτουργεί σε εσωτερικές και διεθνείς συνθήκες κυριαρχίας των καπιταλιστικών σχέσεων και στηρίζεται στην απόσπαση υπεραξίας από την εκμετάλλευση των παραγωγικών εργατών της.
Η έννοια αυτή έχει επίσης ένα μεγάλο φάσμα χρήσης και συμπεριλαμβάνει από δραστηριότητες που ουσιαστικά αφορούν την αντικατάσταση κρατικών δομών Υγείας και Πρόνοιας από εθελοντικά σχήματα, ομάδες που στηρίζονται από κοινοτικά προγράμματα, υποκαθιστώντας το δικαίωμα σε σύγχρονες παροχές, δημόσιες και δωρεάν, σε Υγεία και Πρόνοια με τέτοιου είδους προγράμματα που βρίσκονται πολύ μακριά από τις λαϊκές ανάγκες κ.λπ., μέχρι τα λεγόμενα συνεταιριστικά εγχειρήματα, που δυνάμωσαν ως λογική στις συνθήκες της κρίσης. Ακόμα περιλαμβάνει και δομές ομάδων ανέργων που δουλεύουν για ένα κομμάτι ψωμί, όπως οι ΚΟΙΝΣΕΠ, αλλά και δραστηριότητες της λεγόμενης Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης, δηλαδή προσπάθειες εξωραϊσμού του κεφαλαίου που με το ένα χέρι επιβάλλει σκληρή εκμετάλλευση και με το άλλο δείχνει το «κοινωνικό του πρόσωπο».
Θυμίζουμε ότι η «κοινωνική οικονομία» δεν είναι καμιά ανακάλυψη του ΣΥΡΙΖΑ, των σοφών του Ιδρύματος Πουλαντζά, αφού πρώτα απ' όλα αυτή τη λογική έχουν φέρει οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και μάλιστα με συγκεκριμένο νόμο, το 2011, με τίτλο «Κοινωνική Οικονομία και Κοινωνική Επιχειρηματικότητα».
Ετσι, λοιπόν, η «Κοινωνική Οικονομία» εξυπηρετεί ταυτόχρονα διάφορες διαχειριστικές ανάγκες της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Αξιοποιείται για τη διαχείριση κοινωνικών προβλημάτων, της φτώχειας, της ανεργίας, για την καλλιέργεια αυταπατών ότι η διέξοδος στην ανεργία βρίσκεται στη συνεταιρισμένη αυτοαπασχόληση, αλλά ακόμα συμβάλλουν με το δικό τους τρόπο στη συνολική αναπαραγωγή του κεφαλαίου.
Μια οποιαδήποτε επιχείρηση που λειτουργεί στα πλαίσια του καπιταλισμού αντικειμενικά υπηρετεί τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου, την κερδοφορία των μονοπωλίων, αφενός συμμετέχοντας οργανικά στον καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας που υπηρετεί το κεφάλαιο, αφετέρου παράγοντας αξίες που τελικά κατανέμονται στο κεφάλαιο αναλογικά με το μέγεθός του σ' ολόκληρη την οικονομία. Ολες οι οικονομικές δραστηριότητες που πραγματοποιούνται μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού είναι ενταγμένες στο συνολικό προτσές διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου και δεν αναιρούν τη συλλογική εκμετάλλευση της εργατικής τάξης από την αστική.
Βεβαίως, και αυτή η λογική έχει την προϊστορία της, που θα την βρούμε σε ουτοπικούς μικροαστούς σοσιαλιστές αλλά και στο ρεφορμιστικό ρεύμα του 19ου αιώνα, πρώτα απ' όλα στον ίδιο τον Μπερνστάιν και τους οπαδούς του, σχετικά με τη δυνατότητα αλλαγών στο πλαίσιο του καπιταλισμού, τέτοιων που τελικά μπορούν να αλλάξουν τη φύση του. Μάλιστα, σήμερα ορισμένοι έφτασαν να αξιοποιήσουν και τις παρατηρήσεις του Μαρξ για τα συνεταιριστικά εργοστάσια προκειμένου να τεκμηριώσουν «μαρξιστικά» τη θέση τους. Γι' αυτό το ζήτημα παραπέμπουμε στο άρθρο της ΚΟΜΕΠ τ.5/2013 με τίτλο «Για τη λεγόμενη αυτοδιαχείριση των εργοστασίων - η περίπτωση της ΒΙΟΜΕ», όπου γίνεται αναλυτικά κριτική σε αυτήν την προσπάθεια.
Στη βάση των θέσεων των οπαδών της «κοινωνικής οικονομίας» βρίσκεται μια ιδεαλιστική αντίληψη στην οποία οι κοινωνικές - οικονομικές σχέσεις καθορίζονται από το «θέλω». Ετσι ο σκοπός της παραγωγής είναι θέμα επιλογής και όχι θέμα που καθορίζεται από τις λειτουργίες συνολικά της κοινωνίας. Στην προκειμένη περίπτωση αναφερόμαστε σε μια κοινωνία όπου η εμπορευματική παραγωγή είναι γενικευμένη. Ο ανταγωνισμός, το κυνήγι του κέρδους δεν είναι θέμα επιλογής ούτε θέμα ατομικών χαρακτηριστικών (εγκράτεια, απληστία κ.λπ.). Οποια επιχείρηση, όποια οικονομική δραστηριότητα όπως και αν αυτοαποκαλείται δεν ακολουθήσει αυτό το δρόμο δεν θα υπάρξει αύριο, σε αυτούς τους αδυσώπητους νόμους θα υπακούει υποχρεωτικά σε συνθήκες που είναι κυρίαρχος ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής.
Πότε όμως ξεκίνησαν αυτές οι θεωρίες για την «κοινωνική οικονομία»; Την αφετηρία τους θα πρέπει να την βρούμε στον προβληματισμό που αναπτύσσεται στο αστικό σοσιαλδημοκρατικό ρεύμα σε συνθήκες που οι δυσκολίες στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου έφεραν την ανάγκη αντικατάστασης της διαχείρισης που ακολουθήθηκε κυρίως στην καπιταλιστική Ευρώπη μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και περιλάμβανε εκτεταμένες κρατικοποιήσεις, προστατευτισμό και ένα πλαίσιο παροχών προς την εργατική τάξη. Η λογική και η πρακτική της «κοινωνικής οικονομίας» συνδέονται δηλαδή με τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, την απελευθέρωση αγορών, τις ιδιωτικοποιήσεις, τις περικοπές παροχών, την αύξηση της ανεργίας. Είναι η προσαρμογή στις σημερινές συνθήκες της σοσιαλδημοκρατικής λογικής που είχε ταυτιστεί με την προηγούμενη διαχείριση. Οι εξελίξεις με την καπιταλιστική οικονομική κρίση, οι επιπτώσεις στα εργατικά - λαϊκά στρώματα καθώς επίσης και οι δυσκολίες της ανάκαμψης δυνάμωσαν αυτές τις θέσεις.
Σήμερα, η σοσιαλδημοκρατία δεν μπορεί να υποσχεθεί κρατικοποιήσεις, μπορεί να υποσχεθεί μόνο «δημόσιο έλεγχο», δεν μπορεί να υποσχεθεί ένα πλαίσιο κοινωνικών παροχών σαν αυτό προηγούμενων δεκαετιών, μπορεί μόνο να υποσχεθεί «δίχτυ προστασίας» για τους εξαθλιωμένους, χαμηλού επιπέδου υπηρεσίες σε Υγεία, Πρόνοια, Εκπαίδευση, δεν μπορεί να υποσχεθεί αποφασιστική μείωση της ανεργίας αλλά «διαχείρισή» της στο πλαίσιο της οποίας προκρίνονται οι «συνεταιρισμοί ανέργων» κ.ά. Σε αυτό το πλαίσιο αποδυναμώνεται ακόμα και η στενή παλιά ρεφορμιστική διεκδίκηση του εργατικού κινήματος που αντικαθίσταται από την αποδοχή ζωής με ψίχουλα και διαφόρων τύπων «εθελοντική δραστηριότητα» λογής δικτύων με πολλά προσδιοριστικά «αυτό»- (αυτοδιαχείριση, αυτενέργεια). Αυτό το πλαίσιο καμία σχέση δεν έχει με πρωτοβουλίες αλληλεγγύης που παίρνουν και τα ταξικά συνδικάτα καθώς και φορείς του λαϊκού κινήματος για τη στήριξη όσων υποφέρουν περισσότερο από την κρίση, πρωτοβουλίες που έχουν στόχο να στηρίξουν τον εργαζόμενο στα πόδια του, υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα την ανάγκη της οργανωμένης πάλης και διεκδίκησης. Αφορά την (πολύ βολική για το κεφάλαιο) λογική που ουσιαστικά βγάζει από το κάδρο τις ευθύνες του κράτους σε όλες τις βαθμίδες του, από την κεντρική εξουσία μέχρι την τοπική διοίκηση, απέναντι στα προβλήματα των φτωχών λαϊκών στρωμάτων.
Αυτός είναι ένας σύγχρονος ρεφορμισμός που είναι ακόμα πιο αντιδραστικός από τον παλιότερο, ακόμα πιο ενσωματωμένος στο σύστημα, γυρνώντας το εργατικό κίνημα πίσω στις αυταπάτες των ουτοπικών και μικροαστών σοσιαλιστών. Αυταπάτες που βεβαίως στην εποχή τους μπορούσαν να εξηγηθούν ως στοιχεία της ανωριμότητας, της «μη συνειδητότητας» του εργατικού κινήματος, ενώ σήμερα αποτελούν συνειδητή επιλογή υποταγής της εργατικής τάξης στο κεφάλαιο και την εξουσία του.
Αυτήν, λοιπόν, τη γραμμή ο ΣΥΡΙΖΑ και οι διάφοροι διανοητές του έρχονται να την προβάλουν ως «καινοτομία». Είναι άλλη μια απόδειξη ότι οι μεταρρυθμίσεις που επικαλούνται διαμορφώνονται με κριτήριο τις ανάγκες του κεφαλαίου προκειμένου να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της καπιταλιστικής ανάκαμψης. Ο ΣΥΡΙΖΑ σκοπεύει να στρατεύσει τους εργαζόμενους, τα φτωχά λαϊκά στρώματα στη στήριξη αυτών των αστικών μεταρρυθμίσεων με την αυταπάτη ότι έτσι θα αντιμετωπιστούν τα εργατικά - λαϊκά προβλήματα.
Είναι καθαρό ότι από την πλευρά της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων η διέξοδος δεν βρίσκεται στις παραπλανήσεις των θεωριών της «κοινωνικής οικονομίας» αλλά στην κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων, των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, του κεφαλαίου. Μόνο σε αυτή τη βάση μπορεί να υπάρξει οικονομία που ως κίνητρο της παραγωγής θα έχει τις σύγχρονες εργατικές - λαϊκές ανάγκες και όχι το καπιταλιστικό κέρδος.
Αναδημοσίευση από ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια: