Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Το μεταξικό καθεστώς, ο Μεταξάς και η 28η Οκτώβρη 1940

του  Θανάση Παπαρήγα
Ποια ήταν η κατάσταση της Ελλάδας κατά τη στιγμή που αρχίζει γι’ αυτήν ο Β' Παγκό­σμιος Πόλεμος με την ιταλική εισβολή, στις 28 Οκτώβρη 1940;
Από πάνω από 4 χρόνια κυριαρχεί το καθε­στώς της 4ης Αυγούστου. Το καθεστώς αυτό είναι ένα καθαρά δικτατορικό καθεστώς, που έχει επιβληθεί στις 4 Αυγούστου 1936 από τον τότε πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά και το βα­σιλέα Γεώργιο το Β'. Για το πώς έφθασαν τα πράγματα να γίνει πρωθυπουργός ο Μεταξάς ή ακόμη και να επιστρέφει ο ίδιος ο Γεώργιος στην Ελλάδα, όπου ως ακόμη το Νοέμβρη του 1935 επικρατεί το ρεπούμπλικανικό καθε­στώς, είναι μια ολόκληρη ιστορία για την οποία πολλά έχουν γραφεί και η οποία δεν θα μας απασχολήσει εδώ.
Το μεταξικό1 καθεστώς ήταν ένα καθε­στώς πολύ παρόμοιο με τα υπόλοιπα καθεστώ­τα, τα οποία επιβάλλονται στην Ανατολική και Κεντρική (ή ακόμη και στην Δυτική) Ευρώπη της εποχής από τις συνδυασμένες δυνάμεις της Βρετανίας και της Γερμανίας, σε μια ύστα­τη προσπάθεια να γεφυρωθούν οι αντιθέσεις μεταξύ των δυο εν λόγω δυνάμεων και να γίνει δυνατή η συνεργασία τους σε ένα στόχο που ακόμη φαίνεται κοινός: Την επίθεση ενάντια στην ΕΣΣΔ.
Από την άποψη αυτή η εικόνα της Ελλά­δας, καθώς πλησιάζει ο Β' Παγκόσμιος Πόλε­μος, διαφέρει εντελώς χαρακτηριστικά και «απότομα» από εκείνη της περιόδου των πα­ραμονών του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε μια εντελώς σαφή και πασιφανή προσπάθεια των δυνάμεων των κυρίαρχων τάξεων και των διεθνών συμμάχων τους να ενώσουν τις γραμμές τους, όσο αυτό είναι δυνατό. Αυτή η προσπάθεια εκφράζεται μέσω της συμμαχίας Γεωργίου του Β', που εί­ναι ο τοποτηρητής της Βρετανίας, και του Ιω. Μεταξά, που θεωρείται ο άνθρωπος της Γ ερ­μανίας2. Αντίθετα, στη δεύτερη περίπτωση έχουμε την ανοιχτή σύγκρουση μεταξύ Κων­σταντίνου του Α', πατέρα του Γεωργίου, προ­σανατολισμένου προς τις Κεντρικές Αυτοκρα­τορίες, και του Ελ. Βενιζέλου, προσανατολι­σμένου προς την Αντάντ, σύγκρουση που παίρνει χαρακτήρα ανοιχτού εμφυλίου πολέ­μου και στον οποίο ο ρόλος και του I. Μεταξά είναι από τους πρωτεύοντες. Οι λόγοι αυτής της όντως εντυπωσιακής διαφοράς είναι προ­φανείς: Σε συνθήκες νέας παγκόσμιας σύ­γκρουσης, που όλα δείχνουν ότι επίκειται, ο θορυβημένος από όσα είχαν συμβεί στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο κυρίαρχος συνασπισμός το πρώτο που σκέπτεται είναι η κατά το δυνατόν συσπείρωση των γραμμών του, για να αποφύγει τυχόν επανάληψή τους, δηλ. να αποφύγει τις επαναστατικές αναταραχές.
Ο διφυής αυτός χαρακτήρας του καθεστώ­τος της 4ηςΑυγούστου είναι μια υπόθεση ιδιαί­τερα πολύπλοκη. Η διασταύρωση των διαφό­ρων επιρροών καθόλου δεν σημαίνει ισότιμη επιρροή. Κυρίαρχη επιρροή παραμένει πάντα και απαρέγκλιτα η βρετανική. Οι Βρετανοί έχουν φέρει το Γεώργιο. Οι Βρετανοί έχουν προωθήσει το Μεταξά ύστερα από συμφωνία μαζί του ότι θα εφαρμόσει τα σχέδιά τους. Μέσα στην κυβέρνηση τα φιλοβρετανικά στοι­χεία κυριαρχούν αποφασιστικά, ενώ οποιαδή- ποτε υπερβολική φιλογερμανική εκδήλωση αντιμετωπίζεται δραστικά, όπως θα δείξουν οι περιπτώσεις Ζαβιτσιάνου, Πλατή και άλλες. Τη βρετανική πρωτοκαθεδρία γνωρίζουν καλά και οι ίδιοι οι Γερμανοί, όπως δείχνουν οι αναφο­ρές του πρεσβευτή της Ναζιστικής Γερμανίας στην Αθήνα Έρμπαχ. Παράλληλα η γερμανική επιρροή όχι μόνο υπάρχει αλλά και, από το 1935  και μετά, ενισχύεται θεαματικά. Αυτό δεν είναι εντελώς ξένο προς τη βρετανική πολιτική (που θέλει ακριβώς να «δώσει κάτι» στη Γερμανία, για να δημιουργήσει κίνητρο συνεργασίας), αλλά έχει και άλλους λόγους: Η οικονομική και δημοσιονομική πολιτική των Ναζιστικών κυ­βερνήσεων είναι μια πραγματική «οικονομική αυτοκτονία» που οδηγεί τη Γερμανία κατευθεί­αν στην καταστροφή ή, ακριβέστερα, σε μια κατάσταση όπου ο πόλεμος θα είναι εντελώς αναπόφευκτος. Μέχρι όμως να γίνει αυτό, δη­μιουργεί κάποιες αγορές για τα βασικά εξαγωγικά προϊόντα των εξαρτημένων από τον ιμπε­ριαλισμό χωρών. Γ ια την Ελλάδα αυτό σημαίνει διέξοδο για τα ελληνικά καπνά, που είναι και το βασικό ελληνικό εξαγωγικό προϊόν του μεσο­πολέμου. Έτσι μέσω των αγορών των καπνών και του συστήματος CLEARING, η Γερμανία επιβάλλει την κυριαρχία της στο ελληνικό εξα­γωγικό και εισαγωγικό εμπόριο, πράγμα που άλλωστε συμβαίνει στην εποχή αυτή σε όλη την Βαλκανική χερσόνησο. Το περιβόητο τότε “γερμανικό CLEARING γίνεται βασικός οικο­νομικός πνεύμονας για το καθεστώς της 4ης Αυγούστου3.
Τα ελάχιστα που γράψαμε παραπάνω για το θέμα οπωσδήποτε δεν το εξαντλούν. Και αυτά όμως τα ελάχιστα αρκούν, για να υπο­γραμμίσουν κάτι που, κατά την ταπεινή μας γνώμη, δεν έχει προσεχθεί όσο πρέπει και όσο του αξίζει: Την οριστική ήττα των «ιταλιζουσών» δυνάμεων της κυρίαρχης τάξης.
Πράγματι αυτή ακριβώς η ήττα ήταν ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου. Σήμερα ελάχιστη σημασία φαίνεται να δίνεται στο γεγονός ότι όλη η πε­ρίοδος των παραμονών του καθεστώτος (με αποκορύφωμα το 1935) ήταν μια περίοδος έντονης προσπάθειας ιταλικής διείσδυσης και κυριαρχίας στην Ελλάδα. Σε μερικές στιγμές τα πράγματα έφθασαν ως το σημείο να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η χώρα βρισκόταν στα πρόθυρα κατάληψης από τα ιταλικά στρα­τεύματα. Τα σχέδια αυτά σκόνταψαν στην άμεση βρετανική αντίδραση. Η Βρετανία πο­ντάρει στη Γερμανία, όχι στην Ιταλία. Δεν βλέ­πει λόγους να κάνει παραχωρήσεις στην τε­λευταία4. Όπως όλα δείχνουν, η αντιπαράθεση αυτή (που άλλωστε εξελίσσεται μέσα σε συν­θήκες έντονα δυσμενούς συσχετισμού δυνά­μεων για την Ιταλία) καταλήγει σε ένα συμβιβα­σμό την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1935, όταν η Βρετανία δίνει την Αιθιοπία στους Ιταλούς, αλλά τους αρνείται κάθε ρόλο στην Ελλάδα.
Αν η απόκρουση των ιταλικών προσπα­θειών πριν την 4η Αυγούστου πρέπει σήμερα να είναι φανερή, όχι λιγότερο σημαντικές ήταν οι εξελίξεις στον τομέα των ελληνοϊταλικών σχέσεων στη διάρκεια της τελευταίας. Το ότι οι εξελίξεις αυτές δεν είναι καθόλου γνωστές ή είναι γνωστές μόνο σε μερικούς ειδήμονες περί το θέμα δεν είναι παράξενο: Και οι δυο πλευρές, δηλ. και η ελληνική και η ιταλική είχαν κάθε συμφέρον να κρατήσουν αυτές τις εξελίξεις όσο το δυνατόν πιο δια­κριτικές. Το γεγονός της επιβολής και στις δυο χώρες δικτατορικών καθεστώτων διευ­κόλυνε την επιχείρηση της σιωπής. Άλλωστε η επιβολή των καθεστώτων αυτών είχε και στις δύο χώρες σαν ένα από τους πιο σημα­ντικούς λόγους της και την απελευθέρωση των χεριών των κυρίαρχων δυνάμεων στους ελιγμούς τους.
Το πιο έντονο χαρακτηριστικό των σχέσε­ων αυτών ήταν η αδιάλλακτη εχθρότητά τους. Ο Μεταξάς υπήρξε ο πρώτος'Ελληνας πρωθυ­πουργός, που αποδέχθηκε και συνυπέγραψε το Μάη του 1936 (δηλ. πριν ακόμη γίνει δικτά­τορας) την αντιΐταλική αιχμή των μυστικών πρωτοκόλλων του Βαλκανικού Συμφώνου. Είναι χαρακτηριστικό το ότι το καθεστώς της
Αυγούστου, που είναι σε πολύ δύσκολη οι­κονομική θέση και εκλιπαρεί (χωρίς πάντα να εξασφαλίζει) την οικονομική ενίσχυση της Βρετανίας και της Γερμανίας, αποκρούει αθό­ρυβα αλλά απολύτως αποφασιστικά τις προ­σπάθειες ιταλικής οικονομικής διείσδυσης. Μερικές από αυτές τις ενέργειες ήταν τέτοιας φύσης, ώστε θα προκαλέσουν ακόμη και ιτα- λογερμανικές αντιπαραθέσεις μετά την κατά­ληψη της χώρας μας από τα αξονικά στρατεύ­ματα το 1941.
Η στάση αυτή έχει πολλά αίτια. Η κυρίαρχη βρετανική επιρροή δεν είναι ασφαλώς από τα λιγότερο σημαντικά. Όσο οι βρετανογερμανι-κές σχέσεις δεν έχουν φθάσει στο αδιέξοδο, η Βρετανία επιτρέπει (και ως ένα βαθμό ευνοεί) παραχωρήσεις προς τη Γερμανία, αλλά μόνο προς αυτή. Κάθε σκέψη παραχωρήσεων στην Ιταλία που, χωρίς να είναι σε θέση να προσφέ­ρει τίποτε, απειλεί τους βρετανικούς δρόμους στρατηγικής επικοινωνίας στην Ανατολική Με­σόγειο αποκλείεται. Δεν είναι τυχαίο το ότι ο Μεταξάς αισθάνεται κατά περιόδους την ανά­γκη να εκθέσει την κατάσταση αυτή της ψυ­χρής εχθρότητας στους εκπροσώπους της βρετανικής πρεσβείας. Οι παράγοντες αυτοί συμπλέκονται και με παράγοντες σχετικούς με τη βαλκανική πολιτική. Η Ιταλία τείνει να προ­σεγγίζει βαλκανικές δυνάμεις, που ανησυχούν την Αθήνα σαν φορείς βλέψεων αλλαγών των συνόρων.
Εδώ υπάρχει και ένα άλλο πρόβλημα, που απλώς προσέθετε ακόμη ένα πονοκέφαλο στην ήδη βεβαρημένη από σοβαρές αντινο­μίες κεφαλή του καθεστώτος: Το μεταξικό κα­θεστώς, καταλαβαίνοντας ότι δεν μπορεί, για διαφόρους λόγους, να μιμηθεί τη Ναζιστική Γερμανία5, μιμείται στα μορφικά του χαρακτη­ριστικά τη Μουσσολινική Ιταλία, την οποία φο­βάται και απεχθάνεται.
Καθώς μπαίνει το 1939, η κατάσταση φαί­νεται πολύ τεταμένη. Οι ηγετικοί παράγοντες του καθεστώτος δεν έχουν καμμία απολύτως αυταπάτη για το ότι η κατάσταση πηγαίνει κα­τευθείαν για πόλεμο. Π.χ., ο Γεώργιος ο Β', σε συνάντησή του με ξένους δημοσιογράφους το Γενάρη του 1939, εκφράζει την όντως προφη­τική άποψη ότι ο πόλεμος θα ξεσπάσει μέσα στο 1939 και τίποτε δεν μπορεί να τον εμποδί­σει6. σχέσε­ων αυτών ήταν η αδιάλλακτη εχθρότητά τους. Ο Μεταξάς υπήρξε ο πρώτος 'Ελληνας πρωθυ­πουργός, που αποδέχθηκε και συνυπέγραψε το Μάη του 1936 (δηλ. πριν ακόμη γίνει δικτά­τορας) την αντιΐταλική αιχμή των μυστικών πρωτοκόλλων του Βαλκανικού Συμφώνου. Είναι χαρακτηριστικό το ότι το καθεστώς της
Αυγούστου, που είναι σε πολύ δύσκολη οι­κονομική θέση και εκλιπαρεί (χωρίς πάντα να εξασφαλίζει) την οικονομική ενίσχυση της Βρετανίας και της Γερμανίας, αποκρούει αθό­ρυβα αλλά απολύτως αποφασιστικά τις προ­σπάθειες ιταλικής οικονομικής διείσδυσης. Μερικές από αυτές τις ενέργειες ήταν τέτοιας φύσης, ώστε θα προκαλέσουν ακόμη και ιτα- λογερμανικές αντιπαραθέσεις μετά την κατά­ληψη της χώρας μας από τα αξονικά στρατεύ­ματα το 1941.
Η στάση αυτή έχει πολλά αίτια. Η κυρίαρχη βρετανική επιρροή δεν είναι ασφαλώς από τα λιγότερο σημαντικά. Όσο οι βρετανογερμανικές σχέσεις δεν έχουν φθάσει στο αδιέξοδο, η Βρετανία επιτρέπει (και ως ένα βαθμό ευνοεί) παραχωρήσεις προς τη Γερμανία, αλλά μόνο προς αυτή. Κάθε σκέψη παραχωρήσεων στην Ιταλία που, χωρίς να είναι σε θέση να προσφέ­ρει τίποτε, απειλεί τους βρετανικούς δρόμους στρατηγικής επικοινωνίας στην Ανατολική Με­σόγειο αποκλείεται. Δεν είναι τυχαίο το ότι ο Μεταξάς αισθάνεται κατά περιόδους την ανά­γκη να εκθέσει την κατάσταση αυτή της ψυ­χρής εχθρότητας στους εκπροσώπους της βρετανικής πρεσβείας. Οι παράγοντες αυτοί συμπλέκονται και με παράγοντες σχετικούς με τη βαλκανική πολιτική. Η Ιταλία τείνει να προ­σεγγίζει βαλκανικές δυνάμεις, που ανησυχούν την Αθήνα σαν φορείς βλέψεων αλλαγών των συνόρων.
Εδώ υπάρχει και ένα άλλο πρόβλημα, που απλώς προσέθετε ακόμη ένα πονοκέφαλο στην ήδη βεβαρημένη από σοβαρές αντινο­μίες κεφαλή του καθεστώτος: Το μεταξικό κα­θεστώς, καταλαβαίνοντας ότι δεν μπορεί, για διαφόρους λόγους, να μιμηθεί τη Ναζιστική Γερμανία5, μιμείται στα μορφικά του χαρακτη­ριστικά τη Μουσσολινική Ιταλία, την οποία φο­βάται και απεχθάνεται.
Καθώς μπαίνει το 1939, η κατάσταση φαί­νεται πολύ τεταμένη. Οι ηγετικοί παράγοντες του καθεστώτος δεν έχουν καμμία απολύτως αυταπάτη για το ότι η κατάσταση πηγαίνει κα­τευθείαν για πόλεμο. Π.χ., ο Γεώργιος ο Β', σε συνάντησή του με ξένους δημοσιογράφους το Γενάρη του 1939, εκφράζει την όντως προφη­τική άποψη ότι ο πόλεμος θα ξεσπάσει μέσα στο 1939 και τίποτε δεν μπορεί να τον εμποδί­σει6.
Η καταστροφή της Ισπανικής Δημοκρατίας το Μάρτη του 1939, στην οποία καταστροφή η Ιταλία ήταν μεταξύ των πρωταγωνιστών, δυνα­
μώνει την ελληνική αγωνία, καθώς πολλοί δι­πλωματικοί εκπρόσωποι της χώρας στο εξωτε­ρικό διατυπώνουν το φόβο ότι τώρα η Ιταλία θα στραφεί προς άλλους στόχους - ποιους, άραγε;
Το Πάσχα του 1939 η κατάσταση παίρνει αγωνιώδη τροπή: Οι Ιταλοί έχουν καταλάβει την Αλβανία και η Αθήνα είναι ακλόνητα πεπει­σμένη ότι η Ιταλική εισβολή στην Ελλάδα επίκειται. Ο Μεταξάς, επίσης ακλόνητα πεπει­σμένος, γράφει στο ημερολόγιό του ότι έχει πάρει μια «τρομεράν απόφασιν» σε τέτοια πε­ρίπτωση, αλλά δυστυχώς δεν διευκρινίζει ποια ακριβώς.
Η εισβολή τελικά δεν θα γίνει προς μεγάλη ανακούφιση της Αθήνας. Όπως φαίνεται, αυτό δεν ήταν άσχετο με παρέμβαση της Γερμανίας, που δεν θέλει αναταραχή στα Βαλκάνια αυτή τη στιγμή.
Την 1η Σεπτέμβρη 1939 η γερμανική ει­σβολή στην Πολωνία αρχίζει το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Τόσο η Ελλάδα, όσο και η Ιταλία, δεν παίρνουν αμέσως μέρος σ’ αυτόν. Η θέση του καθεστώτος όμως γίνεται ιδιαίτερα λεπτή, καθώς ο πόλεμος αρχίζει σαν βρετανογερμανική σύγκρουση. Μερικά θερμοκέφαλα φιλογερμανικά στοιχεία, ιδιαίτερα στο στρατό, προ­σπαθούν να επιβάλουν «γερμανικό» προσανα­τολισμό, ενώ η υπεροχή της βρετανικής επιρ­ροής γίνεται εντελώς φανερή.
Το Σεπτέμβρη του 1939 το Ελληνοϊταλικό Σύμφωνο, που λήγει, δεν ανανεώνεται7. Γίνο­νται δηλώσεις, που θεωρούνται ικανοποιητικές από τα δυο μέρη.
Σε συνέχεια έχουμε τη διεύρυνση του πο­λέμου, την επέκτασή του στη Δυτική Ευρώπη και - κορυφή των εξελίξεων - την πτώση της Γαλλίας το Μάη - Ιούνη του 1940. Με τις εξελί­ξεις στη Γαλλία έχουμε και νέο μπλέξιμο, καθώς η Ιταλία μπαίνει στον πόλεμο κηρύσσο ντάς τον στη Γαλλία και τη Βρετανία στις 10.6.40. Η εξέλιξη αυτή δεν έχει καθόλου δια- φύγει την προσοχή της Αθήνας. Οι σημειώσεις του Οκτώβρη του 1940 στο ημερολόγιο του Μεταξά δείχνουν σαν να περιμένει ιταλική ει­σβολή από στιγμή σε στιγμή.
Η αγωνία αυτή για τις ιταλικές κινή­σεις έχει δημιουργήσει και μερικά από τα πιο μεγάλα ερωτηματικά της 4ηςΑυ γούστου.
Ερώτημα 1°: Γιατί η στρατιωτική προετοιμασία της χώρας δεν ήταν καλ­λίτερη;
Η κατάσταση που παρέλαβε ο Με­ταξάς στον τομέα αυτό ήταν κάθε άλλο παρά λαμπρή και, στη διάρκεια του κα­θεστώτος του, αναγγέλθηκαν πολλές προσπάθειες για τη διόρθωσή της.
Όπως όμως λένε φίλοι ή ακόμη και επι­τελείς της 4ης Αυγούστου, τα αποτελέ­σματα των προσπαθειών αυτών ήταν
πολύ μέτρια.
Ερώτημα 2°: Γιατί η έλλειψη στρατιωτικής προετοιμασίας ήταν ιδιαίτερα έντονη προς την πλευρά της Ιταλίας;
Τα μεγαλύτερα στρατιωτικά έργα της 4ηςΑυγούστου ήταν τα συνοριακά οχυρά της Μακεδονίας. Προς την πλευρά της Ηπείρου, δεν υπάρχει καμμία προετοιμασία, καλά-καλά δεν υπάρχουν ούτε στρατιωτικές μονάδες. Η κατάσταση δεν αλλάζει ούτε μετά το Μάρτη του 1939, όταν η Ιταλία καταλαμβάνει την Αλ­βανία και έτσι η ελληνική επαφή μαζί της γίνε­ται άμεση. Και αυτό παρά το γεγονός ότι οι φόβοι ιταλικής εισβολής είναι άμεσοι και η απόφαση του Μεταξά για αντίσταση στην Ιτα­λία είναι ειλημμένη.
Η στάση του Μεταξά στις θυελλώδεις εκεί­νες εξελίξεις έχει γίνει πολλές φορές αντικεί­μενο σχολίων και σκέψεων. Από μια άποψη αυτό είναι λίγο παράξενο: η αντίσταση στον ξένο εισβολέα δεν είναι άραγε κάτι το αυτο­νόητο για τον κάθε Έλληνα αλλά πολύ περισ­σότερο για τον πρωθυπουργό;
Η πραγματική αιτία αυτής της συζήτησης βρίσκεται σε ένα πραγματικό γεγονός: Πέρα από τις απόψεις, βλέψεις ή προτιμήσεις του I. Μεταξά, το καθεστώς του οποίου ήταν ηγέτης δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με την υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας. Δεν είχε στο επίκε­ντρό του καμμία  τέτοια αποστολή. Η αποστολή του ήταν πολύ σαφής και πρέπει, αναγνωρίζο­ντας και του «στραβού το δίκιο», να πούμε ότι και ο - κατά τα άλλα τετραπέρατος και ικανό­τατος - Μεταξάς την είχε με ακρίβεια συνειδη­τοποιήσει και την έλεγε καθαρότατα: η περι­φρούρηση, στο δικό του μικρό «χώρο ευθύ­νης», του συνολικού οικοδομήματος της ιμπε­ριαλιστικής αντεπανάστασης από τους κλονισμούς που απειλούσε να επιφέρει ο νέος γύρος αναδιανομής του κόσμου, που έχει πια γίνει αναπόφευκτος.
Έτσι εξηγείται και ο μόνιμος και μέχρι υστε­ρίας φόβος, που παρουσιάζεται στο ημερολό­γιο του Μεταξά, γι’ αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «το καθεστώς μου». Ήξερε καλλίτερα από τον καθένα ότι ήταν αναλώσιμος και ότι η τύχη του καθοριζόταν από τους ξένους. Γι’ αυτό στόχος του ήταν η Ελλάδα να μείνει μακριά από τον πόλεμο. Σ’ αυτό είχε την υποστήριξη και της κυρίαρχης τάξης. Από την άλλη, ο Μεταξάς έχει πλήρη συνείδηση ότι, αν η είσοδος στον πόλεμο γίνει αναπόφευκτη, θα είναι είσοδος στο πλευρό της Βρετανίας. Σε περίπτωση πραγματικού κινδύνου, μας είναι δύσκολο να δεχθούμε ότι θα είχε εν ψυχρώ συναινέσει στην κατάληψη της χώρας από τα ξένα στρα­τεύματα. Ωστόσο στη στάση του οι συνολικοί καταναγκασμοί (και ιδιαίτερα οι ιδεολογικοί) του καθεστώτος του θα πρέπει να είχαν κατα- θλιπτικό 6άρος: Πώς να ηγηθείς της απελευ­θερωτικής πάλης, όταν κύριος εχθρός σου είναι η ελευθερία και ο κύριος στόχος σου είναι η εξυπηρέτηση των στόχων της αντεπαναστα- τικής αντίδρασης; Πού να δρεις τη δύναμη να στηριχθείς στις μάζες για ένα αγώνα αποφασι­στικό και ίσως μοιραίο; Έναν αγώνα, προσθέ­τουμε, που παρουσιάζει και μεγάλες αντικει­μενικές δυσχέρειες, γιατί η αντιπαράθεση με τις τεράστιες δυνάμεις, που απειλούν μια μικρή και αδύνατη χώρα, δεν είναι και τόσο εύ­κολο πράγμα.
Δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία ότι στο στήθος του Μεταξά, όπως και όλης της κυ­ρίαρχης τάξης, χτυπούν δυο καρδιές:
1) Η ταξική ηττοπάθεια. Δεμένη μέσα από χιλιάδες νήματα με την ξένη εξάρτηση, η κυ­ρίαρχη τάξη δεν μπορεί να ελπίζει σε αποφασι­στική αντιπαράθεση με αυτή. Ο ίδιος ο Μετα­ξάς, αν πιστέψουμε φίλους του που μας μετα­δίδουν συζητήσεις μαζί του πριν ακόμη την 4Π Αυγούστου, δικαιολογεί την απόφασή του να δεχθεί να γίνει «σκεύος εκλογής» με το επιχεί­ρημα «η Ελλάδα είναι μια μικρή χώρα, τι μπορεί να κάνει». Δεν ήταν άλλωστε ο μόνος. Ο στρα­τηγός Αλ. Παπάγος δεν ήταν καθόλου φιλικός προς τον Άξονα. Αντίθετα έχει γίνει στόχος των ανθρώπων του, που οργανώνουν παρά­σταση στην κυβέρνηση, αν όχι και απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος, για να τον διώ­ξουν. Βλέπει καθαρά τον κίνδυνο που επέρχε­ται. Ωστόσο, αν αληθεύουν όσα του αποδίδουν συνάδελφοί του, δεν βλέπει τίποτε άλλο σαν δυνατότητα από «μερικούς πυροβολισμούς για την τιμή των όπλων». Δεν πρόκειται για ατομι­κή δειλία ή ανικανότητα. Πρόκειται για τη συλ­λογική στάση μιας ιστορικής δύναμης που δεν μπορεί να ξεπεράσει τα ιστορικά της όρια.
2)              Η διάθεση αντίστασης. Οι εξελίξεις κα­ταλήγουν να κάνουν εντελώς ανασφαλές αυτό που η κυρίαρχη τάξη θεωρεί συμφέρον της. Οι δεσμοί με τους ξένους άλλωστε δεν αντιστρα- τεύονται κατ’ ανάγκην εντελώς την προσπά­θεια αντίστασης, καθώς, όπως είδαμε, η κυ­ρίαρχη βρετανική επιρροή αντιτάσσεται στις ιταλικές βλέψεις.
Πιασμένοι ανάμεσα σε αντιφατικές δυνά­μεις ο I. Μεταξάς και ο κόσμος του, εν μέρει γαλβανισμένοι και από τη στάση μιας λαϊκής μάζας που δεν δείχνει διαθέσεις συνθηκολό­γησης, αφήνονται για μια στιγμή στη μέθη της
νίκης. Είναι ωστόσο χαρακτηριστικό ότι, όταν με τη γερμανική εισβολή του Απρίλη 1941 η βι­αιότητα των αντιθέσεων φθάνει στο έπακρο και οι αντικειμενικές δυσχέρειες μεγαλώνουν ξεπερνώντας τα «κιλά» της, η πατρικιακή αυτή αγωνιστική διάθεση δεν αντέχει τις δοκιμα­σίες. Η χώρα και ο λαός εγκαταλείπονται στην τύχη τους και οι ξένοι αφήνονται να τα τακτο­ποιήσουν όλα με το δικό τους τρόπο8, θα γίνει εκείνο που ο Μεταξάς φοβόταν περισσό­τερο από οτιδήποτε άλλο: Την πάλη για την ελευθερία θα αναλάβουν οι δυνάμεις εκείνες, που το καθεστώς του είχε αναλάβει να εξο­ντώσει.
«Άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε θεός κελεύει». Εκπρόσωπος δυνάμεων που έχουν αποδεχθεί και αναλάβει άλλους ρόλους, ο I. Μεταξάς ήλθε από την ίδια την ανεξέλε­γκτη και απρόβλεπτη κίνηση της Ιστορίας, του τελικού κριτή όλων μας, σε ένα ρόλο που δεν του ταίριαζε και που ο ίδιος έβλεπε με φόβο, σαν επικίνδυνο για το καθεστώς του9. Από αυτό το αξιοπερίεργο φαινόμενο της ελληνι­κής ιστορίας, πρέπει να διδαχθούμε ότι μπρο­στά μας η Ιστορία επιφυλάσσει ακόμη πολλές στροφές και ότι, ακόμη και σε εποχές ευτελι­σμού και εξευτελισμού, όπως ήταν η εποχή του Μεταξά και είναι και η δική μας, κανείς δεν ξέρει τι τέξεται η επιούσα.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1].Ο χαρακτηρισμός έχει δώσει λαβή σε ως τώρα πολλές και όχι αβάσιμες συζητήσεις. Ποιος κυριαρχούσε στην 4"Αυγούστου: Ο Μετα­ξάς ή ο Γεώργιος ο Β'; Ως ένα Βαθμό αναντίρρη­ τα και οι δύο. Ωστόσο υπάρχουν κρίσιμες στιγ­μές, όπου ο Γ εώργιος εμφανίζεται να δίνει «κο­φτές» εντολές, που ο Μεταξάς δεν τολμά να παρακούσει. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένα τέ­τοιο φαινόμενο παρουσιάζεται σε μια κρισιμό­τατη περίοδο: Τον Οκτώβρη του 1938. Κάτω από την επίδραση του περιβόητου συμφώνου του Μονάχου, που έχει υπογράφει στις 30.9.1938, ο Μεταξάς γράφει στο Γεώργιο, που βρίσκεται στο Λονδίνο, και του ζητά κατά την επιστροφή του να περάσει από τη Γερμανία και να συναντήσει τον Αδ. Χίτλερ. Η απαντητική επιστολή του Γεωργίου γραμμένη σε ιδιαίτερα απότομο ύφος, που έρχεται σε άμεση αντίθεση με το ικετευτικό ύφος του Μεταξά, περιείχε μια άρνηση τόσο «κοφτή», ώστε ο Μεταξάς δεν τόλμησε να επανέλθει.
2.Η περιβόητη «γερμανοφιλία του Μεταξά’ήταν (και εξακολουθεί να είναι) μια από τις πιο πολυσυ­ζητημένες πλευρές της 4ηςΑυγούστου. Πολλοί την αμφισβητούν. Ένα είναι βέβαιο: Το ημερολό­γιο του Μεταξά περιέχει εκφράσεις μιας όχι απλώς υστερικής αλλά κυριολεκτικά πυρετικής γερμανοφιλίας. Από την άλλη μεριά, οι σημειώ­σεις αυτές του Μεταξά έρχονται σε τόσο αβυσ­σαλέα αντίθεση με την πρακτική του πολιτική, ώστε μόνο δυο λογικές εξηγήσεις υπάρχουν: Ή ο Μεταξάς κυνικά «κοροϊδεύει την κοινωνία» ή δεν είναι εντελώς καλά στα μυαλά του. Ούτε η μια ούτε η άλλη αποκλείεται, δεν αποκλείονται μάλι­στα ούτε και οι δυο μαζί. Οι σημειώσεις όμως αυτές δείχνουν και κάτι άλλο: Οτι ο Μεταξάς, ένα μυαλό κατά τα άλλα κάθε άλλο παρά δεύτερης κατηγορίας, έχει αφομοιώσει πολύ καλά τα μαθή­ματα της σχολής στελεχών του μονοπωλιακού κεφαλαίου της δεκαετίας του 30: Δηλ., τα μαθή­ματα αντεπαναστατικής πολιτικής τακτικής, που αποτελούν και τον πυρήνα του καθεστώτος του.
3.Είναι πολύ πιθανό ότι ο διφυής αυτός χαρα­κτήρας του καθεστώτος και η κατάσταση νευρι­κής εκκρεμότητας μεταξύ Βρετανίας και Γερ­μανίας βρίσκεται πίσω από ένα χαρακτηριστικό του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, που μόνο η παρεμβολή του πολέμου έθεσε σε δεύτερη μοίρα: Την ανικανότητα χάραξης συστηματικής οικονομικής πολιτικής.
4.Η στάση άλλωστε και της Γαλλίας, που χαρα­κτηρίζεται από ενδοτικότητα προς τη Γ ερμανία και απόλυτη αδιαλλαξία προς την Ιταλία, ασφα­λώς δεν είναι άσχετη με τα παραπάνω.
5.Το ότι το κατάλαβε δείχνει ότι ούτε ό Μετα­ξάς ούτε το καθεστώς του είχαν τυχάρπαστο χαρακτήρα. Ήταν ένα πολύ προσεκτικά προε­τοιμασμένο καθεστώς από το σύνολο του κυ­ρίαρχου συνασπισμού εξουσίας, ο οποίος θέτει στην υπηρεσία του όλα τα εκλεκτά μυαλά που διαθέτει.
6.Φυσικά, αυτό μπορεί να αναγνωσθεί και σαν απόδειξη ότι τα «λάθη» τους δεν ήταν στην πραγματικότητα λάθη.
7.Πρόκειται για το Σύμφωνο που είχε υπογρά­ψει ο Ελ. Βενιζέλος το 1929 - “30.
8.Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι όλα αυτά γί­νονται χωρίς τον I. Μεταξά, που έχει πεθάνει στις 29.1.41. Ενδιαφέρον έχει ένα ερώτημα, στο οποίο δεν θα μάθουμε ποτέ την απάντηση: Τι θα είχε αλήθεια κάνει ο Μεταξάς, αν είχε προλάβει τη γερμανική επίθεση;

9.Στην προσωπική πολιτική του I. Μεταξά, υπάρχει ίσως και ένας άλλος παράγων: ζέρουμε καλά ότι ο Μεταξάς, αν και από νεαρή ηλικία είχε ακολουθήσει το στρατιωτικό κλάδο, ήταν άνθρωπος εύθραυστης υγείας. Οι τελευταίες φωτογραφίες του που διαθέτουμε είναι του Νο­έμβρη του 1940, δηλ. λίγες μόνο ημέρες μετά την έναρξη των επιχειρήσεων. Δείχνουν έναν άνθρωπο εντελώς καταβεβλημένο και, ίσως, ετοιμοθάνατο. Μήπως άραγε το γνώριζε και ο ίδιος και αφήνει τα πράγματα να κυλήσουν με τη σκέψη και, ίσως, την ελπίδα ότι δεν θα είναι αυτός που  θα χρειαστεί να κάνει τις δύσκολες επιλογές;

Δεν υπάρχουν σχόλια: