Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

΄Οξυνση ανταγωνισμών εν μέσω κινδύνων για την παγκόσμια οικονομία

Πυκνώνουν οι ανησυχίες για την εξέλιξη της παγκόσμιας οικονομίας. Τα τελευταία κακά μαντάτα ήρθαν από την πρόσφατη Σύνοδο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) και της Παγκόσμιας Τράπεζας, στις ΗΠΑ. Με έναν τόνο παραπάνω δραματικό ως προς την αβέβαιη εξέλιξη αφού οι φόβοι για πισωγύρισμα σε κρίση εκφράζονται πλέον ανοιχτά.
Ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, Β. Σόιμπλε, σύμφωνα με το AΠΕ-ΜΠΕ, σε συνέντευξη Τύπου με αφορμή την ανάληψη της προεδρίας του G20 από τη Γερμανία το 2017, είπε: «Ο κίνδυνος νέας κρίσης δεν έχει εξαλειφθεί εντελώς». Είπε ακόμη ότι συμφωνεί με την εκτίμηση του ΔΝΤ για τους κινδύνους που έχει το τραπεζικό σύστημα, αλλά ο ίδιος πρόβαλε ως αιτία τις πολιτικές «μεγάλης χαλάρωσης» που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ).
Το ΔΝΤ προειδοποιεί ταυτόχρονα για το τεράστιο χρέος διεθνώς. Ο δε Β. Σόιμπλε είπε: «Αυτά τα δύο πράγματα μαζί - η παγκόσμια διόγκωση του χρέους, του ιδιωτικού, του δημόσιου και του εταιρικού, και ταυτόχρονα η πολύ χαλαρή νομισματική πολιτική - ίσως είναι ένας από τους κινδύνους που πρέπει να αντιμετωπίσουμε, εάν αντλήσαμε όλα τα μαθήματα της οικονομικής κρίσης».

Ανησυχίες Γερμανών...
Ο Β. Σόιμπλε έχει κάνει ξανά επίθεση στην ΕΚΤ, αποδίδοντάς της ευθύνες για την κακή κατάσταση του τραπεζικού συστήματος στη Γερμανία, προβάλλοντάς την ως συνέπεια των μειωμένων κερδών λόγω μηδενικών ή αρνητικών επιτοκίων, όταν, από την άλλη, η ΕΚΤ με το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων δίνει πάμφθηνο χρήμα στις τράπεζες ώστε να δανειοδοτήσουν. Μόνο που οι επιχειρηματικοί όμιλοι δεν ζητούν δάνεια αφού δεν επενδύουν λόγω αδυναμίας πώλησης εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Το ΔΝΤ προβάλλει ως βασική αιτία τα τεράστια «κόκκινα» δάνεια, που για τις ευρωπαϊκές τράπεζες φτάνουν το 1 τρισ. ευρώ. Αυτό δείχνει, ουσιαστικά, κεφάλαιο κατεστραμμένο αφού αφενός δεν αποπληρώνονται από τους επιχειρηματικούς ομίλους, αφετέρου δρουν απαξιωτικά για το κεφάλαιο των τραπεζών δυσκολεύοντάς τες στην παροχή δανείων. Ο Β. Σόιμπλε, όμως, υιοθετώντας την άποψη του ΔΝΤ για τα χρέη, απομονώνει τα κρατικά χρέη, επιμένοντας στη λύση της αποπληρωμής τους μέσω επιβολής αυστηρής δημοσιονομικής πολιτικής. Το ΔΝΤ μιλά για «κούρεμα», ενώ είπε με αφορμή και την Ντόιτσε Μπανκ: «Σταματήστε να κατηγορείτε τα αρνητικά επιτόκια για τα προβλήματά σας».
Αυτό που ανησυχεί τη γερμανική κυβέρνηση, είναι η κατάσταση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας. Στον «Ριζοσπάστη» έχουμε αναφερθεί τόσο στους κινδύνους πιθανής χρεοκοπίας της Ντόιτσε Μπανκ (9/10/2016), όσο και στη δυσχερή κατάσταση συνολικά στις μεγάλες τράπεζες της Γερμανίας (2/10/2016). Επομένως, οι χαμηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, σε συνδυασμό με τη δύσκολη κατάσταση των τραπεζών, δημιουργούν ένα επικίνδυνο μείγμα.
...και ο φαύλος κύκλος χρέους - χαμηλής ανάπτυξης
Την ίδια ώρα με τις εκτιμήσεις του Β. Σόιμπλε για επιστροφή στην κρίση, το ΔΝΤ μιλά για φαύλο κύκλο υψηλού χρέους - χαμηλής ανάπτυξης. Οι προβλέψεις του για την παγκόσμια ανάπτυξη είναι 3,1% για το 2016 και 3,4% για το 2017. Θεωρούνται απογοητευτικές, αν σκεφτεί κανείς ότι η Κίνα αναπτύσσεται με ρυθμούς 6,5% και η Ινδία με 7,2%.
«Ο Μορίς Ομπσφελντ, ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ, συνοψίζει ως εξής τις προβλέψεις του World Economic Outlook: "Σε σχέση με τον μέσο όρο της περιόδου 1998 - 2007, η μακροπρόθεσμη δυνητική ανάπτυξη προβλέπεται να είναι χαμηλότερη σε όλες τις περιοχές και οι τρέχοντες ρυθμοί ανάπτυξης παραμένουν χαμηλότεροι σε μεγάλο μέρος του κόσμου"» («Φαϊνάνσιαλ Τάιμς», «euro2day»).
Οσο για το παγκόσμιο χρέος, το ΔΝΤ στην έκθεση Fiscal Monitor μιλά για ιστορικά υψηλό επίπεδο με αυξητικές τάσεις. Το παγκόσμιο χρέος, που περιλαμβάνει αυτό των κρατών, των νοικοκυριών και των εταιρειών, εκτός των χρηματοπιστωτικών, φτάνει στα 152 τρισ. δολάρια και αντιστοιχεί στο 225% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Περίπου 100 τρισ. δολάρια είναι του ιδιωτικού τομέα, με κίνδυνο να μην αποπληρωθούν.
Υπάρχει ένα ακόμη ζήτημα, το οποίο όμως έχει άμεση σχέση με τη χαλάρωση στα κριτήρια του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, δηλαδή το χρέος και τα ελλείμματα, στην αυστηρή τήρηση του οποίου επιμένει η γερμανική κυβέρνηση.
Σ' αυτό το ζήτημα εκφράζονται επίσης οξύτατοι ανταγωνισμοί ανάμεσα σε Γερμανία και Γαλλία. Η δεύτερη αναζητά τρόπους χαλάρωσης μιας και έχει μεγάλα ελλείμματα και χρέη, γεγονός που εμποδίζει την κρατική χρηματοδότηση για καπιταλιστικές επενδύσεις και ανάπτυξη, όπως επίσης και σε Ιταλία, Ελλάδα, Πορτογαλία. Ετσι μεγαλώνει η ανισομετρία ανάμεσα σε Γαλλία - Γερμανία σε βάρος της πρώτης, γεγονός που αδυνατίζει το γαλλικό κεφάλαιο στη διεθνή αγορά. Το ίδιο ισχύει και με τα κράτη του λεγόμενου Νότου της ΕΕ.
Ανοίγουν ρωγμές;
Φαίνεται δε ότι αυτοί οι ανταγωνισμοί έχουν προκαλέσει κάποιες ρωγμές και στο λεγόμενο γαλλογερμανικό άξονα, που αντανακλούν σε διαφοροποιήσεις και στο γεωστρατηγικό χώρο Ανατ. Μεσογείου και Μέσης Ανατολής.
Για παράδειγμα, στην πρόσφατη σύγκρουση ΗΠΑ - Ρωσίας με αφορμή τους βομβαρδισμούς στο Χαλέπι της Συρίας, τους οποίους οι ΗΠΑ αποδίδουν στη Ρωσία, όπως και το χτύπημα στο κομβόι «ανθρωπιστικής βοήθειας» του ΟΗΕ στην ίδια περιοχή, η Γαλλία πρωτοστάτησε να καταδικαστεί η Ρωσία για «εγκλήματα πολέμου», θέτοντας το θέμα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, ενώ απευθύνθηκε και στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης. Το έθεσε δε μέσω του υπουργού Εξωτερικών και στις ΗΠΑ, οπότε ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Τζον Κέρι, μετά τη συνάντησή του με τον Γάλλο ομόλογό του, Ζαν Μαρκ Ερό, στην Ουάσιγκτον, πρότεινε επίσης τη διενέργεια έρευνας σε βάρος της Ρωσίας και της Συρίας για «εγκλήματα πολέμου».
Η Γερμανία, όμως, είχε διαφορετική στάση απέναντι στη Ρωσία. Το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών εκτιμά πως «είναι απίθανο» να τερματιστεί ο πόλεμος στη Συρία δίχως τη συναίνεση ΗΠΑ - Ρωσίας, αλλά η Γερμανία δεν σκέφτεται κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας «για την πολιτική της στη Συρία».
Είναι γεγονός ότι η Γερμανία έχει αναβαθμίσει την παρέμβασή της στην περιοχή χρησιμοποιώντας ως βήμα την ανάπτυξη σχέσεων με την Τουρκία, φτάνοντας να έχει ήδη στείλει πολεμικά αεροπλάνα AWACS στη βάση Ιντσιρλίκ της Τουρκίας. Η Γαλλία φαίνεται ότι έχει μείνει πίσω στη συμμετοχή των πρωταγωνιστών.
Η Γαλλία διαφωνεί όσον αφορά τη διαπραγμάτευση με τις ΗΠΑ για τη Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου - Επενδύσεων, ενώ η Γερμανία επιμένει στο να συνεχιστεί. Ο δε Φρ. Ολάντ είπε ότι οι ΗΠΑ «έχουν το θράσος να ζητούν 8 δισ. ευρώ από την BNP (σ.σ. γαλλική τράπεζα), ή το λιγότερο 5 δισ. ευρώ από την Deutsche Bank».
Αλλά έτσι εξελίσσεται ο καπιταλισμός. Και στις τωρινές συνθήκες υπάρχει μεγάλη ρευστότητα στις σχέσεις μεταξύ των κρατών.
Η υπόθεση Brexit...
Βεβαίως, τους ανταγωνισμούς εντός ΕΕ οξύνει και η υπόθεση Brexit. Η Βρετανίδα πρωθυπουργός, Τερέζα Μέι, σχεδιάζει «σκληρή» διαπραγμάτευση επιδιώκοντας την επίτευξη: α) Της διατήρησης των προνομίων των βρετανικών μονοπωλίων στην ενιαία αγορά της ΕΕ και β) του ελέγχου της μετανάστευσης και της κίνησης εργαζομένων από τις άλλες χώρες της ΕΕ στη Βρετανία. Ανακοίνωσε, επίσης, πως θα επιδιωχθεί η προώθηση ενός νόμου «Μεγάλης Κατάργησης» για την «ακύρωση» της ευρωενωσιακής νομοθεσίας, αφήνοντας να εννοηθεί πιθανή η επιλεκτική ενσωμάτωση στη συνέχεια μέρους αυτής στη βρετανική νομοθεσία. Αλλά ο Βρετανός υπουργός Οικονομικών, Φίλιπ Χάμοντ, μιλώντας στο BBC, είπε ότι «η βρετανική οικονομία θα αντιμετωπίσει αναταράξεις κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης με την ΕΕ». Αρα περνά ζόρια η βρετανική οικονομία.
Η Γερμανίδα καγκελάριος, Αγκελα Μέρκελ, μιλώντας στην Ενωση Γερμανικών Βιομηχανιών, απάντησε σκληρά λέγοντας ότι ενιαία αγορά και ελεύθερη μετακίνηση ανθρώπων είναι «άρρηκτα συνδεδεμένες» και ότι δεν μπορείς να έχεις το ένα δίχως το άλλο, γιατί σε αυτήν την περίπτωση θα δοθεί κακό παράδειγμα με αρνητικές συνέπειες στη συνοχή της ΕΕ.
Δεν πρόλαβε να απαντήσει η Α. Μέρκελ και τα βρετανικά ΜΜΕ αποκάλυψαν ότι η Ντόιτσε Μπανκ πέρασε τα stress tests το 2015 με τη βοήθεια της ΕΚΤ, αφού δέχτηκε έσοδα που είχε περάσει η γερμανική τράπεζα από πώληση συμμετοχής της σε κινεζική τράπεζα αν και δεν είχε ολοκληρωθεί, δίνοντας έτσι ένα χτύπημα στη Γερμανία.
...και οι διακριτοί διαχωρισμοί εντός ΕΕ
Επίσης, οι ρωγμές μέσα στην ΕΕ φαίνεται να εδραιώνονται, δημιουργώντας ευνοϊκές συνθήκες για ενίσχυση της εθνοκρατικής δράσης ορισμένων κρατών, άρα παραπέρα όξυνση των ενδοευρωενωσιακών ανταγωνισμών.
Τα κράτη του Βίσεγκραντ, Πολωνία, Τσεχία, Ουγγαρία, Σλοβακία, δε συμφωνούν με τη σκληρή στάση απέναντι στη Βρετανία. Αλλωστε, θεωρούν ότι η συμφωνία για μια σχετική αυτονομία από την ΕΕ, που είχε πετύχει η Βρετανία τον περασμένο Φλεβάρη και την οποία πρόβαλλε ο Κάμερον ως αντιστάθμισμα στη γραμμή Brexit, πρέπει να διέπει και τις δικές τους σχέσεις με την ΕΕ. Επίσης, Δανία, Σουηδία, που είναι εκτός Ευρωζώνης, εκφράζουν ανάλογη στάση.
Αυτοί οι ανταγωνισμοί διαπλέκονται με τους αντίστοιχους εσωτερικούς σε κάθε κράτος - μέλος, ανάμεσα σε τμήματα του κεφαλαίου που επίσης οξύνονται. Αυτό εκφράζει π.χ. η άνοδος της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία», που θέλει την επιστροφή στο μάρκο, ή της Μ. Λεπέν στη Γαλλία.
Ταυτόχρονα, ενισχύεται η τάση αυτονόμησης της εξασφάλισης της «ασφάλειας» της ΕΕ από το ΝΑΤΟ, αφού ήδη άνοιξε συζήτηση για ανάληψη δράσης από την ίδια την ΕΕ, με τη δημιουργία δικού της στρατού που θα δρα και έξω από το ΝΑΤΟ, αυτοτελώς, αλλά και διόγκωση και ενίσχυση των κοινών εσωτερικών μηχανισμών καταστολής.
Η εικόνα δείχνει τους κινδύνους για τους λαούς
Η εικόνα ίσως δεν είναι ολόκληρη με τα στοιχεία που δίνουμε παραπάνω, είναι ακόμη πιο σύνθετη. Είναι όμως ενδεικτική.
Η παγκόσμια οικονομία αντί να αναπτύσσεται επιβραδύνεται, ενώ η Ευρωζώνη, και όχι μόνο, κινδυνεύει με νέα κρίση. Και η οικονομία των ΗΠΑ δυσκολεύεται, αυτό εκφράζεται και με την οξύτατη εσωτερική διαπάλη τμημάτων του κεφαλαίου (αυτό εκφράζει η πρωτοφανής προεκλογική αντιπαράθεση Κλίντον - Τραμπ), όπως και της Βρετανίας. Οι ανταγωνισμοί οξύνονται μεταξύ ΗΠΑ - Γερμανίας, με ρωγμές στο «γαλλογερμανικό άξονα», αλλά και στην ΕΕ, ενώ η εστία του πολέμου στη Συρία και οι ανταγωνισμοί ΗΠΑ - Ρωσίας προκαλούν αναταράξεις (π.χ. Γαλλία υπέρ των ΗΠΑ, κόντρα στη Ρωσία, σε αντίθεση με τη Γερμανία), όπως και στην ευρύτερη περιοχή μας, με την Τουρκία να προσπαθεί να τα «ξαναβρεί» με τη Ρωσία, δείχνοντας ακόμη ότι οξύνει την κόντρα με τις ΗΠΑ, σε συνδυασμό με την αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λοζάνης, κόντρα στην Ελλάδα κυρίως, με διάφορες αιχμές (υποβρύχια στο Αιγαίο, ΝΟΤΑΜ για το Καστελόριζο, ως απάντηση στην τριμερή Ελλάδας - Κύπρου - Αιγύπτου για τα ενεργειακά), κ.λπ. Και μέσα σε όλ' αυτά η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ να αναλαμβάνει πρόθυμα την προώθηση των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών σε όλα τα μέτωπα, για τα συμφέροντα του κεφαλαίου, βάζοντας το λαό ολοένα και πιο βαθιά στην ιμπεριαλιστική σφαγή. Ο λαός σε τέτοιες συνθήκες, που εγκυμονούν έναν πιο γενικευμένο πόλεμο με συμμετοχή και της καπιταλιστικής Ελλάδας, πρέπει να παλέψει με τη δική του σημαία, κόντρα στην εξουσία του κεφαλαίου, και όχι με τη σημαία των λεγόμενων «εθνικών συμφερόντων», δηλαδή των αστών.
Λ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: