Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Η σημασία της επαναστατικής βίας στις σύγχρονες συνθήκες





Το παρακάτω  είναι απόσπασμα άρθρου από την ΚΟΜΕΠ 2016 τεύχος 4 με τίτλο: "Ζητήματα ένοπλης ταξικής πάλης". Μπορείτε , και πρέπει, να το διαβάσετε ολόκληρο εδώ
Η διερεύνηση του ιστορικού περιβάλλοντος της διεξαγωγής κορυφαίων κοινωνικών αγώνων του παρελθόντος και των συμπερασμάτων που η μαρξιστική-λενινιστική κοσμοθεωρία άντλησε από αυτούς, συνδέοντας την ταξική πάλη με την ένοπλη δράση, ως αναγκαία μορφή επιβολής της εργατικής εξουσίας σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης, δεν έχει κάποιο νόημα εφόσον εξαντλείται στο επίπεδο της ρομαντικής αναπόλησης ή σε εκείνο της ιστοριογραφικής αντιπαράθεσης. Ούτε οδηγεί κάπου αν συνδέεται με τον τρόπο που τα εν λόγω συμπεράσματα ενσωματώθηκαν στις επεξεργασίες της πολιτικής στρατηγικής των Κομμουνιστικών Κομμάτων και τελικά εκφράστηκαν στη δράση τους.

Αντίθετα, είναι δυνατό να αποτελέσει χρήσιμο θεωρητικό εργαλείο για εκείνους που πραγματικά ενδιαφέρονται για τη συνεχή κίνηση της συλλογικής προλεταριακής συνείδησης σε ριζοσπαστική τροχιά γύρω από τα ζητήματα της ταξικής πάλης και της κοινωνικής-ταξικής απελευθέρωσης. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται στο Β΄ Τόμο του Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ (1949-1968): «Η δυνατότητα και η ικανότητα ενός ΚΚ να μελετά την ιστορία του αποτελεί στοιχείο της ανάπτυξής του, εφόσον η μελέτη της συγκροτεί διαδικασία συνειδητοποίησης λαθών, των παραγόντων που οδήγησαν σε αυτά και εξαγωγής συμπερασμάτων, με σκοπό να γίνει πιο διεισδυτική και αποτελεσματική η δράση του ΚΚ στην οργάνωση της ταξικής πάλης για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο»51.
Τον 21ο αιώνα, εποχή τεράστιων τεχνολογικών δυνατοτήτων τις οποίες η ανθρώπινη εργασία έχει ενσωματώσει στα μέσα παραγωγής, χωρίς ωστόσο να μπορεί να τις εκμεταλλευτεί για την ικανοποίηση των δικών της αναγκών, το ταξικό καθήκον της κατάργησης της ανθρώπινης εκμετάλλευσης μέσω της σοσιαλιστικής επανάστασης εξακολουθεί να αποτελεί τη μόνη προοπτική του κοινωνικού ταξικού αγώνα προς όφελος της εργατικής τάξης και των συμμάχων της.
Το σημαντικό πισωγύρισμα που σημείωσε το Διεθνές Εργατικό και Κομμουνιστικό Κίνημα, τις τελευταίες δεκαετίες, δεν ακυρώνει μια τέτοια προοπτική, καθώς αυτή θεμελιώνεται στα αντικειμενικά δεδομένα της κοινωνικής εξέλιξης και της ταξικής πάλης: Την ωρίμανση του κοινωνικού χαρακτήρα της εργασίας και την όξυνση της αντίθεσης με την καπιταλιστική ιδιοκτησία, καθώς και τη σύγκρουση της τελευταίας με κάθε ανάγκη της κοινωνικής πλειοψηφίας και, εν τέλει, με την ίδια την εξέλιξη της ανθρωπότητας.
Για την επίλυση κάθε κοινωνικού προβλήματος παραμένει τροχοπέδη η καπιταλιστική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και απαιτείται η κοινωνικοποίησή τους και ο κεντρικός σχεδιασμός τους από την εργατική εξουσία. Η σοσιαλιστική επανάσταση, επομένως, δεν μπορεί παρά να αποτελεί τη μοναδική απάντηση, από μέρους των υπό εκμετάλλευση εργατικών μαζών, σε όλα τα ερωτήματα που θέτουν τα σύγχρονα προβλήματα της οικονομικής και κοινωνικής ανέλιξης.
Η διεθνής καπιταλιστική οικονομική κρίση του 2008 (επαν)επιβεβαίωσε τα ιστορικά όρια του καπιταλιστικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού. Παράλληλα, διεύρυνε όλες τις υπαρκτές αντιφάσεις του, οξύνοντας την ταξική εκμετάλλευση και τις αστικές και ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις. Η αγωνιώδης προσπάθεια της καπιταλιστικής οικονομίας να περάσει σε νέο κύκλο ανάπτυξης στράφηκε ενάντια στη διεθνή εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα συνολικότερα. Με τα εντεινόμενα μέτρα οικονομικής λιτότητας, την ανεργία, την εξαθλίωση των συνθηκών διαβίωσης, τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και συγκρούσεις, με αποτέλεσμα εκατόμβες νεκρών και προσφυγιά, προωθείται η συστημ(ατ)ική καταστροφή, πέραν του κεφαλαίου και των άλλων παραγωγικών δυνάμεων, και της ανθρώπινης ζωής σε όφελος των καπιταλιστικών κερδών.
Ταυτόχρονα, η διεθνής αστική τάξη, έχοντας μειωμένες δυνατότητες, σε συνθήκες καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, να παρέχει τα ίδια σε σχέση με το παρελθόν προνόμια στην εργατική αριστοκρατία και να συντηρεί αδιατάρακτα τις συμμαχίες της με τα μεσαία στρώματα, καταφεύγει στο τελευταίο οχυρό της εξουσίας της: Την καταστολή και την τρομοκράτηση του εργατικού, λαϊκού παράγοντα. Για να πετύχει το στόχο της ανασύρει από τις αποθήκες της όλα εκείνα τα όπλα που μέχρι πρόσφατα και η ίδια, συνολικά, επιθυμούσε να παρουσιάζει ξεπερασμένα, συμπεριλαμβανομένου του φασισμού.
Αυτή η ευθύγραμμη καπιταλιστική επίθεση στα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, τόσο με τη μορφή της έντασης της εκμετάλλευσης όσο και με εκείνη των ιμπεριαλιστικών πολέμων, εκ των πραγμάτων επαναφέρει στην ημερήσια διάταξη τα συμπεράσματα που εξόρυξε η μαρξιστική-λενινιστική θεωρία, από την ιστορική εμπειρία της ταξικής πάλης, αναφορικά με το αναγκαίο και αναπόδραστο της κλιμάκωσης των ταξικών αντιθέσεων στο επίπεδο της ένοπλης πάλης.
Απέναντι στην αστική βία, η εργατική τάξη και οι σύμμαχοί της είτε θα αποδεχτούν την καταστροφή τους είτε θα αντιτάξουν οργανωμένα τη δική τους επαναστατική βία. Ωστόσο η περίοδος που η κλιμάκωση της ταξικής πάλης θα λάβει τη μορφή του ένοπλου αγώνα δεν μπορεί να καθορίζεται πρωτίστως από την υποκειμενική βούληση του πολιτικού καθοδηγητικού φορέα της επαναστατικής διαδικασίας, αλλά από την αντικειμενικότητα της όξυνσης της αντιπαράθεσης μεταξύ των κοινωνικά αντιτιθέμενων συμφερόντων. Συμπερασματικά, η επαναστατική κατάσταση έχει και αυτή αντικειμενικό χαρακτήρα.
Στη βάση της παραπάνω διαπίστωσης, στο Πρόγραμμα του ΚΚΕ διατυπώνεται πως η επαναστατική κατάσταση:
«Συμπυκνώνει την αποδυνάμωση της αστικής εξουσίας (“οι πάνω να μην μπορούν”) και τη ραγδαία άνοδο των αγωνιστικών διαθέσεων και της πάλης των λαϊκών μαζών (“οι κάτω”) που δε θέλουν να ζήσουν με το συνηθισμένο τρόπο υποταγής τους στην εκμεταλλευτική εξουσία, ωθούμενες και από τη μεγάλη, μη διαχειρίσιμη από την αστική εξουσία, απότομη επιδείνωση του βιοτικού τους επιπέδου […]
Δεν είναι δυνατό να προβλεφθούν οι παράγοντες που θα οδηγήσουν στην επαναστατική κατάσταση. Το βάθεμα της οικονομικής κρίσης, η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, που φτάνουν έως τις πολεμικές αναμετρήσεις, είναι δυνατό να δημιουργήσουν τέτοιες συνθήκες στην Ελλάδα»52.
Η έλλειψη δυνατότητας ακριβούς προσδιορισμού της περιόδου εκδήλωσης της επαναστατικής βίας, οπότε ο ταξικός αγώνας θα αποκτήσει ένοπλη μορφή, σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να συνεπάγεται την αδιαφορία τόσο για μια πολιτική δραστηριότητα που θα συμβάλλει στην εμβάθυνση των ρηγμάτων στην αστική εξουσία όσο και για την εκπλήρωση τον πολιτικών προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έγκαιρη αναγνώριση της χρονικής συγκυρίας και ιστορικής ευκαιρίας και για την επιτυχή έκβαση μιας τέτοιας πάλης σε επαναστατική κατεύθυνση. Η εκδήλωση και η νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης δεν αποτελεί μονόπρακτο έργο αποσπασμένο από τη γενικότερη εξέλιξη της ταξικής πάλης, του συσχετισμού των ταξικών δυνάμεων και της στρατηγικής του Κομμουνιστικού Κόμματος.
Ήδη σήμερα είναι αναγκαίο και επίκαιρο να μπολιάζεται η πλειοψηφία της εργατικής τάξης με την πεποίθηση της αναγκαιότητας της σοσιαλιστικής επανάστασης, να πυκνώνει τις γραμμές των μαζικών της οργανώσεων προσδίδοντάς τους ταξικό περιεχόμενο και να συσπειρώνεται οργανωτικά και ιδεολογικοπολιτικά γύρω από το Κομμουνιστικό Κόμμα της. Θεμελιώδης προϋπόθεση για την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος και την προετοιμασία του για να παίξει τον ιστορικό ρόλο του σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης είναι η ύπαρξη ισχυρών Οργανώσεων του ΚΚΕ στα εργοστάσια, γενικά στη βιομηχανία, καθώς και σε άλλους τομείς στρατηγικής σημασίας. Είναι επίσης απαραίτητο να ενισχύονται οι δεσμοί του εργατικού κινήματος με τους αγωνιζόμενους μικρομεσαίους της πόλης και του χωριού.
Το ΚΚΕ, ως συλλογικός φορέας της εργατικής τάξης, οφείλει να παραμένει αταλάντευτα προσανατολισμένο στην εκπλήρωση των παραπάνω προϋποθέσεων. Παράλληλα, στους δικούς του ώμους πέφτει το βάρος της εξειδικευμένης και συστηματικής δουλειάς για την απόσπαση όσο το δυνατόν ευρύτερων δυνάμεων από τους κόλπους των αστικών κατασταλτικών μηχανισμών, ώστε την κρίσιμη ώρα να αποτελέσουν μέρος της καθοριστικής δύναμης που θα γείρει αποφασιστικά την πλάστιγγα υπέρ του εργατικού, λαϊκού παράγοντα.
Το ΚΚΕ οφείλει, διδασκόμενο από την τέχνη του πολέμου, να αντλήσει το απαραίτητο ταξικό σθένος και να παρατάξει, την αποφασιστική στιγμή, στα αποφασιστικά σημεία, την υπεροπλία του στρατοπέδου της σοσιαλιστικής επανάστασης.
Η παραπάνω διαπίστωση θεμελιώνεται στην πάλη του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, αλλά και σε ολόκληρη την πορεία του ελληνικού εργατικού-κομμουνιστικού κινήματος κατά τη διάρκεια της τριπλής φασιστικής Κατοχής, της ταξικής αναμέτρησης του Δεκέμβρη και στη συνέχεια του ένοπλου ταξικού αγώνα του ΔΣΕ.
Αποτελεί, πλέον, προγραμματική διακήρυξη ότι στην περίπτωση «ιμπεριαλιστικής πολεμικής εμπλοκής της Ελλάδας, είτε σε αμυντικό είτε σε επιθετικό πόλεμο, το Κόμμα πρέπει να ηγηθεί της αυτοτελούς οργάνωσης της εργατικής, λαϊκής πάλης με όλες τις μορφές, ώστε να οδηγήσει σε ολοκληρωτική ήττα της αστικής τάξης, εγχώριας και ξένης ως εισβολέα, έμπρακτα να συνδεθεί με την κατάκτηση της εξουσίας»53.
Όπως σημείωνε χαρακτηριστικά και ο Λένιν: «Θα θυμόμαστε ότι πλησιάζει ο μεγάλος μαζικός αγώνας. Ο αγώνας αυτός θα είναι η ένοπλη εξέγερση […] Οι μάζες πρέπει να ξέρουν ότι τραβούν για ένοπλο αιματηρό σκληρό αγώνα […] Το κόμμα του συνειδητού προλεταριάτου πρέπει να εκπληρώσει το χρέος του στο μεγάλο αυτό αγώνα»54.






Δεν υπάρχουν σχόλια: