Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2021

Η συμφωνία του Μονάχου, μια κατάπτυστη συμφωνία.

 


Στις 29 Σεπτεμβρίου του 1938 οι ηγέτες της Μ. Βρετανίας, Τσάμπερλεν, της Γαλλίας, Νταλαντιέ, της Ιταλίας, Μουσολίνι και της Γερμανίας, Χίτλερ, υπέγραφαν στο Μόναχο μία από τις πιο επαίσχυντες ιμπεριαλιστικές συμφωνίες που έχει υπογραφεί ποτέ: Το γνωστό στην ιστορία Σύμφωνο του Μονάχου με το οποίο παραδόθηκε στη χιτλερική Γερμανία η Τσεχοσλοβακία, γεγονός που έφερε ακόμη πιο κοντά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Από τη διάσκεψη του Μονάχου, που προηγήθηκε της συμφωνίας, είχε αποκλειστεί η Σοβιετική, Ενωση παρόλο που είχε σύμφωνο αμοιβαίας βοήθειας με την Τσεχοσλοβακία, και το χειρότερο, είχε αποκλειστεί η ίδια η Τσεχοσλοβακία, της οποίας το μέλλον παιζόταν κορόνα - γράμματα. Στη διάσκεψη δεν πήραν τυπικά μέρος ούτε οι ΗΠΑ. Ουσιαστικά όμως η συμμετοχή τους ήταν ενεργός στο παρασκήνιο ούτως ώστε να υπάρξει αποτέλεσμα που να ικανοποιεί τον Χίτλερ. Ετσι, όταν επιτεύχθηκε η συμφωνία οι ΗΠΑ τη χαιρέτισαν με ανακούφιση.

Αμέσως μετά το Μόναχο, ο Πρόεδρος της Τσεχοσλοβακίας, Μπένες και πολλοί κρατικοί παράγοντες της χώρας έφυγαν στο εξωτερικό. Στην εξουσία ήρθαν φανεροί οπαδοί της χιτλερικής Γερμανίας που άρχισαν τον εκφασισμό του κράτους, εξαπολύοντας, ευθύς εξαρχής, διώξεις σε βάρος του Τσεχοσλοβάκικου Κομμουνιστικού Κόμματος. Σε λιγότερο από έξι μήνες, το Μάρτη του 1939, η Τσεχοσλοβακία πέρασε ολοκληρωτικά στην κατοχή της Γερμανίας.

Οπως εύκολα αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης, η Συμφωνία του Μονάχου δεν ήταν ένα ατυχές συμβάν στην ιστορία της αγγλογαλλικής και αμερικάνικης διπλωματίας, αλλά ούτε και αποτέλεσμα της δήθεν φιλειρηνικής πολιτικής των τριών αυτών μεγάλων δυνάμεων εκείνης της εποχής, όπως συνήθως ισχυρίζεται η αστική ιστοριογραφία. Το Μόναχο ήταν αποτέλεσμα μιας καλοζυγισμένης ιμπεριαλιστικής πολιτικής που ωθούσε τις εξελίξεις προς τον πόλεμο, με τη μόνη διαφορά ότι αυτή η πολιτική υπολόγιζε πως ο πόλεμος θα στρεφόταν προς ανατολάς, δηλαδή εναντίον της Σοβιετικής Ενωσης.

Πολιτική ενθάρρυνσης - ενίσχυσης του φασισμού
Πηγή foto: wikipedia 
Ο αγγλογαλλικός και ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός, παρά τις διαφορές τους, είδαν στο πρόσωπο του φασισμού - που πρόβαλε απειλητικός για την παγκόσμια ειρήνη από τις αρχές τις δεκαετίας του '30 - την αιχμή του δόρατος ενάντια στο παγκόσμιο εργατικό - κομμουνιστικό κίνημα και την ΕΣΣΔ. Υπολόγιζαν ότι ένας πόλεμος των δυνάμεων του άξονα με την ΕΣΣΔ θα οδηγούσε, άμεσα ή έμμεσα, στην εξάλειψη του σοσιαλιστικού καθεστώτος της τελευταίας και ταυτόγχρονα στην ουσιαστική εξασθένηση των φασιστικών δυνάμεων, κυρίως της Γερμανίας και της Ιαπωνίας - αλλά της Ιταλίας κατά δεύτερο λόγο. Ετσι θα διευκολύνονταν στη συνέχεια τα σχέδιά τους για το μοίρασμα των αγορών που θα απελευθερώνονταν. Υπό το πρίσμα αυτών των υπολογισμών Αγγλία, Γαλλία και ΗΠΑ ενίσχυσαν απροκάλυπτα το φασισμό μην κάνοντας τίποτα για να εμποδίσουν τη συνεχώς αυξανόμενη απειλητική του δύναμη κι έχοντας προφανώς την αυταπάτη ότι αυτή η δύναμη δεν ήταν απειλητική για τα συμφέροντά τους, αλλά μπορούσαν να την κατευθύνουν εκεί που ήθελαν. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι τρεις προαναφερόμενες δυνάμεις δεν αντέδρασαν ούτε για τα μάτια του κόσμου στην επίθεση της Ιταλίας στην Αιθιοπία το 1935, ενέκριναν την επίθεση και τις κτήσεις της Ιαπωνίας στην Κίνα, ενθαρρύνοντας τον ιαπωνικό ιμπεριαλισμό να μεταφέρει τον πόλεμο στα σοβιετικά σύνορα - όπως και έγινε στη συνέχεια -διευκόλυναν στο μέγιστο δυνατό βαθμό τη νίκη των φασιστών του Φράνκο στην Ισπανία, ενέκριναν το γερμανικό επανεξοπλισμό και την προσάρτηση της Αυστρίας, το Μάρτη του 1938, στη χιτλερική Γερμανία.

Η προκλητική στάση ενθάρρυνσης του φασισμού από τον αγγλογαλλικό και αμερικάνικο ιμπεριαλισμό θα ξεπεράσει κάθε όριο όταν η Γερμανία θα θελήσει να βάλει στο χέρι την Τσεχοσλοβακία.

Το ξεπούλημα της Τσεχοσλοβακίας

Εναν περίπου μήνα μετά την προσάρτηση της Αυστρίας, τον Απρίλιο του 1938, η Γερμανία άρχισε να δείχνει τα δόντια της στην Τσεχοσλοβακία. Γι αυτή την εξέλιξη η σοβιετική κυβέρνηση είχε προειδοποιήσει έγκαιρα και με τον ποιο επίσημο τρόπο, ζητώντας ταυτόχρονα συντονισμένα μέτρα, διεθνώς, που θα έφραζαν το δρόμο στα γερμανικά ιμπεριαλιστικά σχέδια. Φυσικά, ανταπόκριση στις σοβιετικές εκκλήσεις δεν υπήρξε από μέρους των Αγγλογάλλων και των Αμερικάνων κι έτσι ο δρόμος για την προσάρτηση της Τσεχοσλοβακίας έμεινε ανοιχτός στο Χίτλερ. Χρησιμοποιώντας τη γερμανική μειονότητα που ζούσε στη Σουδητία της Τσεχοσλοβακίας - ιδιαίτερα τα εθνικοσοσιαλιστικά στοιχεία της μειονότητας - και με αρχικό αίτημα την αυτονομία των Σουδητών, η χιτλερική Γερμανία άρχισε έμπρακτα να απειλεί την υπόσταση του τσεχοσλοβάκικου κράτους. Το Σεπτέμβρη του '38 στο πλευρό της προστίθενται η Ιταλία και η Ιαπωνία. Ο Μουσολίνι ανοιχτά ζητάει τη διάλυση του τσεχοσλοβάκικου κράτους και η Ιαπωνία απειλεί ότι θα πάρει μέρος στον επικείμενο αγώνα της Γερμανίας και Ιταλίας κατά των "κόκκινων". Επίσης ύστερα από συνεννόηση με τη Γερμανία, εδαφικές διεκδικήσεις σε βάρος της Τσεχοσλοβακίας άρχισαν να προβάλλουν η Πολωνία και η Ουγγαρία. Σ' όλο αυτό το διάστημα από την έναρξη της γερμανοτσεχοσλοβάκικης κρίσης, η Αγγλία, η Γαλλία και οι ΗΠΑ πιέζουν την Τσεχοσλοβακία να κάνει υποχωρήσεις απέναντι στη Γερμανία. Η στάση αυτή όπως ήταν φυσικό άνοιξε περισσότερο την όρεξη των χιτλερικών.

Στις 15/9/1938 ο Βρετανός πρωθυπουργός Τσάμπερλεν συναντιέται με τον Χίτλερ στο Μπερχεσγκάντεν. Ο τελευταίος αξιώνει αυτοδιοίκηση των Σουδητών και καταγγελία του Σοβιετοτσεχοσλοβάκικου Συμφώνου αμοιβαίας βοήθειας (είχε υπογραφεί στις 16/5/1935). Η απάντηση του Τσάμπερλεν είναι θετική. Τέσσερις μέρες μετά η Αγγλία και η Γαλλία με τελεσίγραφό τους ζητούν από την Τσεχοσλοβακία να δεχτεί τις απαιτήσεις του Χίτλερ. Η τσεχοσλοβάκικη κυβέρνηση αρχικώς αρνείται το τελεσίγραφο για να υποταχθεί στη συνέχεια σ' αυτό, γεγονός που ξεσηκώνει θύελλα λαϊκών αντιδράσεων και την αναγκάζει, στις 23/9, να καλέσει το λαό σε γενική επιστράτευση. Στη συνέχεια πραγματοποιείται και νέα συνάντηση του Τσάμπερλεν με τον Χίτλερ, όπου ο τελευταίος προχωρεί σε νέες αξιώσεις, αφού ξέρει ότι ο συνομιλητής του είναι έτοιμος να του ικανοποιήσει κάθε απαίτηση. Συγκεκριμένα, ζητάει να ικανοποιηθούν οι πολωνικές και ουγγρικές απαιτήσεις σε βάρος της Τσεχοσλοβακίας και να μην υπάρξουν αντιστάσεις στην κατάληψη από τη Γερμανία της Σουδητίας. Ο Τσάμπερλεν συμφωνεί. Ομως ο Χίτλερ δε σταματάει εδώ. Ανακοινώνει ότι από τις 2μμ της 28ής Σεπτεμβρίου ο γερμανικός στρατός θα βρίσκεται σε κατάσταση επιστράτευσης.

Η ιμπεριαλιστική δύση σύρεται εξ ολοκλήρου στα πόδια του Χίτλερ. Οι ΗΠΑ καλούν τους ηγέτες της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Γερμανίας να τα βρουν και να καταλήξουν σε συμφωνία. Την ίδια διάθεση έχουν και οι Αγγλογάλλοι. Ετσι πραγματοποιείται η διάσκεψη του Μονάχου με τη συμμετοχή των αρχηγών των τεσσάρων κρατών - Τσάμπερλεν, Νταλαντιέ, Μουσολίνι και Χίτλερ - η οποόα ως κατάληξή της είχε (29/9/1938) το επαίσχυντο σύμφωνο παράδοσης της Τσεχοσλοβακίας στη ναζιστική Γερμανία. Με το Σύμφωνο του Μονάχου η Τσεχοσλοβακία υποχρεωνόταν μέσα σε δέκα μέρες να παραδώσει τη Σουδητία στη Γερμανία και μέσα σε τρεις μήνες να ικανοποιήσει τις αξιώσεις της Πολωνίας και της Ουγγαρίας. Ετσι έχασε μία έκταση 41.098 τετρ. χλμ., με 5 εκατ. κατοίκους, από τους οποίους πάνω από ένα εκατ. ήταν Τσέχοι και Σλοβάκοι.

Στις 30/9/1938 η Γερμανία και η Αγγλία υπέγραψαν στο Μόναχο δήλωση για αμοιβαία μη επίθεση και διακανονισμό όλων των επίμαχων ζητημάτων που θα δημιουργούνταν. Λίγο αργότερα ανάλογη δήλωση υπέγραψε με τη Γερμανία και η Γαλλία.

Ο μόνος υπερασπιστής της ανεξαρτησίας της Τσεχοσλοβακίας παρέμεινε ως το τέλος η ΕΣΣΔ, η οποία δήλωσε την ετοιμότητά της να ανταποκριθεί μονομερώς στις υποχρεώσεις της, που προβλέπονταν στο Σοβιετοτσεχοσλοβάκικο σύμφωνο αμοιβαίας βοήθειας. Δηλαδή, κατά παράβαση των όρων του που προέβλεπαν ότι παρόμοια βοήθεια θα έπρεπε να δώσει και η Γαλλία. Ομως η τσεχοσλοβάκικη κυβέρνηση δε θέλησε να αξιοποιήσει τη σοβιετική πρόταση.

Γιώργος ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ  

Πηγή: ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ


Δεν υπάρχουν σχόλια: